Στον δρόμο ξανά (Βραζιλία)

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπαLeave a Comment

On the road again featured

Ναι, φτάσαμε στη Βραζιλία!

Βράδυ Πρωτοχρονιάς χαιρετηθήκαμε με τις οικογένειές μας, αποφύγαμε δακρύβρεχτους αποχωρισμούς με γονείς αγγαρεύοντας την αγαπημένη μας φίλη Βάλια να μας πάει ως το αεροδρόμιο και μετά από ένα τελευταίο καφεδάκι (ίσως κι ένα τελευταίο τσιγάρο), ξημερώματα της δεύτερης μέρας του 2019 πετάξαμε για Βραζιλία. Δηλαδή, πρώτα πετάξαμε για Κωνσταντινούπολη και μετά από μερικές ώρες αναμονής στο αεροδρόμιο (όπου για κάποιο λόγο, οι υπεύθυνοι είχαν αποφασίσει να βάλουν τη θέρμανση στο “φουλ” κι εμείς σιγοβράζαμε περιμένοντας την πτήση μας) επιτέλους επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο όπου θα ταϊζόμασταν, θα κοιμόμασταν, θα βλέπαμε ό,τι ταινία μας προσέφερε η Turkish Airlines στις μικρές οθονίτσες που είναι κολλημένες στην πλάτη του μπροστά καθίσματος και γενικά, θα σκοτώναμε την ώρα μας για το επόμενο δεκατετράωρο περίπου…

Αεροδρόμιο

Είχαμε και άγχος ότι, λέει, θα μας σταματήσουν στο τελωνείο ή δεν ξέρω πού αλλού και θα μας ζητήσουν τα ρέστα για τα πράγματα που κουβαλάμε στις βαλίτσες μας! Ή θα μας ρωτήσουν στον έλεγχο διαβατηρίων “Παιδιά, πού είναι το εισιτήριο επιστροφής σας; Μπας και ήρθατε να μείνετε μόνιμα στη χώρα μας; Μετανάστες; Να μας πάρετε τις δουλειές;”. Λοιπόν, παρόλο που μόνο ένα σασί έλειπε από τις αποσκευές μας για να συναρμολογήσουμε μια ολοκαίνουρια βέσπα, κανέναν δεν ένοιαξε! Ούτε μας ρωτήσανε αν θα τους πάρουμε τις δουλειές. Δηλώσαμε “τουρίστες” κι αποχωρήσαμε. Κι αμέσως μετά, άρχισε ο ηλεκτρονικός πόλεμος! Για κάποιο λόγο το δωρεάν WiFi του αεροδρομίου αρνιόταν πεισματικά να δεχτεί τις συσκευές μας. Τηλέφωνα, λάπτοπ…τίποτα δεν μπορούσε να συνδεθεί κι εμείς είχαμε ξεμείνει στο αεροδρόμιο και μετρούσαμε τις ώρες που περνούσαν. Γιατί; Πολύ απλά, επειδή είχαμε βασίσει ως και τις κάρτες ανάληψης στην ιντερνετική τεχνολογία. Είχαν κλειδωθεί όλες τους κι ενώ ήταν σκανδαλωδώς απλό να τις ξεκλειδώσουμε, δεν μπορούσαμε επειδή δεν είχαμε ίντερνετ! Πάμε να αγοράσουμε μια κάρτα SIM. Αμ δε! Αν δεν είσαι Βραζιλιάνος, δε δικαιούσαι ούτε καν βραζιλιάνικο καρτοκινητό. Ας αλλάξουμε μερικά δολάρια που είχαμε μαζί σε μετρητά. Αμ δε! Με τέτοια τιμή που μας έδιναν, ληστές ήταν όχι κατάστημα συναλλάγματος! Πάμε να χρησιμοποιήσουμε την ελληνική κάρτα ανάληψης. Αμ δε! Η προμήθεια της τράπεζας ήταν λίγο μεγαλύτερη απ’ το ποσό που ζητήσαμε να πάρουμε! Περίπου 4 ώρες αργότερα, ως δια μαγείας, τα κινητά μας συνδέθηκαν και η ηλεκτρονική αιχμαλωσία έλαβε τέλος. Αυτό ήταν!

Δεν περνάει με τίποτα η ώρα στο αεροπλάνο. Ή μήπως είναι επειδή αγωνιούμε να φτάσουμε;

Σάο Πάολο

“40, 48…52! Εδώ είναι!”. Τα παράθυρα στο παλιό διώροφο κτήριο που στεγάζει τη Scooteria Paulista ήταν ορθάνοιχτα κι από μέσα έβγαινε φως και μουσική ska. Αποκλείεται να κάνουμε λάθος! Τρία απ’ τα μέλη του κλαμπ είχαν μείνει και μας περίμεναν υπομονετικά. Τους είχαμε πει πως θα φτάναμε απογευματάκι και κόντευαν πια μεσάνυχτα. Τα παιδιά τα γνώριζε ο Στέργιος. Κοντά 3 χρόνια πριν είχε ταξιδέψει απ’ το Μπουένος Άιρες ως εδώ για ν’ αφήσει τον Κίτσο στα φιλόξενα χέρια της Scooteria Paulista. Κάπου εκεί μέσα, στον πρώτο όροφο με το ασπρόμαυρο πάτωμα και τα ξύλινα παντζούρια ήταν το βεσπάκι μας! Αγκαλιές, μπύρες, πειράγματα και πίτσα.

Κάποια στιγμή πιστέψαμε πως δε θα ερχόσασταν ποτέ!

“Κάποια στιγμή πιστέψαμε πως δε θα ερχόσασταν ποτέ!” μας εκμυστηρεύτηκε ένας τους καθώς ήμασταν καθισμένοι στον καναπέ δίπλα ακριβώς απ’ τον Κίτσο, που πόζαρε σαν έκθεμα μουσείου πλάι στις φωτογραφίες του ταξιδιού – εκτυπωμένες απ’ τα παιδιά της Scooteria. “Πώς το βλέπετε το μηχανάκι;”. Πώς το βλέπουμε… Ακόμη δυσκολευόμασταν να πιστέψουμε πως ήμασταν εκεί, δίπλα στον Κίτσο και πως σε λίγες μέρες θα ξεκινούσαμε να ταξιδεύουμε ξανά. Στεκόταν εκεί, στη γωνία του δωματίου, σε μια θέση που τον έκανε να φαντάζει ήρωας πολέμου. Ή μήπως ήταν τα δικά μας μάτια που δεν τον έβλεπαν μόνο σαν κουρασμένα σίδερα, αλλά σαν κάτι παραπάνω; “Άκου!”, λέει ο Γκαμπριέλ κάποια στιγμή. Σηκώνεται απ’ τη θέση του, κατευθύνεται προς το βεσπάκι και πατάει την κόρνα. Ο γνώριμος ήχος της ακούγεται στο δωμάτιο και μας αφήνει έκπληκτους. “Είναι ζωντανός!”.

Όλοι σε ρυθμό καλοκαιρινών διακοπών στη Βραζιλία. Η ζέστη σχεδόν αφόρητη, η κίνηση πεσμένη, πολλά μαγαζιά κλειστά κι εμείς να περπατάμε στους δρόμους του Σάο Πάολο ιδρώνοντας κι ασθμαίνοντας. Στην Ελλάδα χιόνιζε κι εδώ έπρεπε να προσαρμοστούμε ξαφνικά στον καύσωνα! “Μα ποιος πίνει καυτό καφέ με τέτοια ζέστη;!” παραπονέθηκε ο Στέργιος ενώ εγώ δεν μπορούσα να απαντήσω αφού είχα μπουκώσει ένα “pão con queijo” – τυροψωμάκι, που ήταν ό,τι πιο νόστιμο είχα φάει τις τελευταίες μέρες. “Δοκίμασε αυτό!” ήταν το μόνο που απάντησα μετά από λίγο, δείχνοντάς του την “coxinha” – το τηγανητό ψωμάκι με γέμιση κοτόπουλο.

Αυτά είναι τα coxinhas: νο-στι-μό-τα-τα!

Το αρχηγείο της Scooteria Paulista

Κυριακή απόγευμα κι ο Marcio, ο πρόεδρος της Scooteria μας στέλνει ένα σύντομο μήνυμα: “Έρχομαι”. Δεν πέρασε μισή ώρα κι εμφανίστηκαν τρεις τύποι. Μελαχρινοί, με τατουάζ να καλύπτουν τα χέρια τους – και προφανώς και μεγάλο μέρος των σωμάτων τους – με τα βεσπάκια τους τόσο όμορφα και περιποιημένα, που ντρεπόσουν να τα καβαλήσεις με βρώμικα ρούχα. Ήταν ο Marcio, ο “China” κι ο Francisco. “Άντε, πάμε να κατεβάσουμε τη βέσπα σας!”. Σκάλες, φωναχτές οδηγίες στα πορτογαλικά, λίγα αγκομαχητά στη στροφή της κουπαστής… Μερικά ιδρωμένα λεπτά αργότερα, ο Κίτσος φιγουράριζε δίπλα στα βεσπάκια των υπολοίπων. Θα καταφέρει να φτάσει ως το συνεργείο ή θα τον πάμε σπρώχνοντας; Πριν λίγες μέρες, ένα βροχερό απόγευμα απραξίας, ή ανυπομονησία είχε κάνει τον Στέργιο να επιχειρήσει να βάλει μπρος τον Κίτσο. Τον έσπρωξε ως το κεντρικό δωμάτιο της Scooteria, έριξε λίγη βενζίνη στο στεγνό ρεζερβουάρ και πάτησε τη μανιβέλα. “Πήρε!” αναφωνήσαμε στον πρώτο “γκραν-γκαν-γκαν” του κινητήρα κι αφού χαθήκαμε μέσα στον καπνό που βγήκε άφθονος από την εξάτμιση, τον ξανασβήσαμε. Έτσι ξαναπήρε μπρος και στο πεζοδρόμιο μπροστά απ’ τη Scooteria. Σιγά που θα καταδεχόταν να τον σπρώξουμε…

Ο Κίτσος δεν μπορεί να κατέβει μόνος του τις σκάλες!

Τρεις μέρες μας είπε ο China πως θα μείνει ο Κίτσος κλεισμένος στο γκαράζ του, το “Scooterboys και μας διαβεβαίωσε πως θα τον κάνει καινούριο. Μαζί με τον Λούκα, τον Ιταλό συνεργάτη του και υπό την επίβλεψη του “Κεφάλα”, του καταπληκτικού του σκύλου, έπιασαν, έλυσαν, επισκεύασαν και ξανασυναρμολόγησαν το Κιτσάκο μας. Μόνο από υπερκόπωση κι από φυσιολογικές φθορές υπέφερε. Λογικό. Όταν γύρισε ο Στέργιος από την παρθενική τους βόλτα μετά το συνεργείο, τα μάτια του έλαμπαν κι ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά είχε καρφωθεί στο πρόσωπό του. “Άντε να φεύγουμε!”

Δυο βδομάδες είχαν περάσει στο Σάο Πάολο. Όλο αυτό το διάστημα ήμασταν φιλοξενούμενοι της φοβερής Scooteria Paulista. Ένα εξαιρετικά ενεργό κλαμπ, που στεγάζεται σ’ έναν πανέμορφο χώρο και είναι ανοιχτό και φιλόξενο προς όλους – αρκεί να μην είναι φασίστες, όπως λένε οι ίδιοι. Συζητήσεις για μουσική, πολιτική, παρασκευή μπύρας και φυσικά για βέσπες. Τα πρωινά, όταν δεν ζεματούσε ο ήλιος, παίρναμε το βεσπάκι και βολτάραμε στους τεράστιους δρόμους του. Ανισόπεδοι κόμβοι, περιφερειακές λεωφόροι, ουρανοξύστες, πλούτος και φαβέλες. Γύρω απ’ τον καθεδρικό ναό στο κέντρο, άστεγοι που κουβαλούσαν το βιός τους σε καρότσια. Σ’ έναν δρόμο λίγο παραπέρα, Βραζιλιάνοι ντυμένοι Ιούλιοι Καίσαρες και Βραζιλιάνες ντυμένες Τίνκερ-Μπελ καλούσαν φωναχτά τους περαστικούς ν’ αγοράσουν αποκριάτικες στολές. Η Τσάινα-Τάουν, ο δρόμος με τα ασιατικά σουπερμάρκετ, τα εστιατόρια και τα εμπορικά καταστήματα έσφυζαν από διαβάτες. Η κεντρική αγορά με τα μυρωδάτα φρούτα, τα παστά ψάρια και τα τεράστια σάντουιτς παραγεμισμένα με αλλαντικά. Οι άνθρωποι! Τι ενδιαφέρον κράμα φυλών, χαρακτηριστικών και χρωμάτων. Μαύροι, με έντονα αφρικανικά χαρακτηριστικά, μιγάδες, που ανταποκρίνονταν στα στερεότυπά μας για τους Βραζιλιάνους, κατάλευκοι, κατάξανθοι… Και όλοι ευγενικοί. Τόσες μέρες στη Βραζιλία κι έναν μουρτζούφλη, αγενή, παράξενο τύπο δεν είχαμε συναντήσει. Όλοι χαμογελούσαν. Όλοι εκτιμούσαν τις προσπάθειές μας να μιλήσουμε πορτογαλικά. Όλοι τους θέλαν να συνεννοηθούμε.

Οι Scooterboys ανέλαβαν να φρεσκάρουν τον Κίτσο

Σιγά, δεν είναι δα και τόσο μεγάλο το Σάο Πάολο!

Στον δρόμο

Φορτώσαμε! Καινούριες βαλίτσες, καινούρια ρούχα, κράνη. Εμείς πάλι, το ίδιο παλιοί και λίγο σκουριασμένοι. Ο Κίτσος ολόφρεσκος! Καβαλήσαμε. Η θέση το ίδιο βολική. Ο ήχος του κινητήρα, η μυρωδιά απ’ το διχρονόλαδο, όλα οικεία.

Δεν είχε προλάβει να περάσει μια ώρα απ’ όταν αποχαιρετήσαμε τον Marcio ξεκινώντας το ταξίδι μας απ’ το Σάο Πάολο και κάτι περίεργο άρχισε ν’ ακούγεται απ’ τον κινητήρα. Σε μια κατηφόρα μάλιστα, που έκλεισε ο Στέργιος το γκάζι, το μηχανάκι έσβησε τελείως. “Σταματάμε εδώ!” είπε κι έστριψε το τιμόνι προς το βενζινάδικο που ευτυχώς απείχε λίγα μόλις μέτρα. Τηλέφωνα στον China, τον Βραζιλιάνο μηχανικό μας, που προσφέρθηκε να πληρώσει ως και γερανό για να γυρίσουμε πίσω να δει τι συνέβη, στον Κύρου, τον Έλληνα μηχανικό μας… Μόνο τους Αργεντίνους μηχανικούς μας στο Μπουένος Άιρες δεν πήραμε τηλέφωνο… Αλλάξαμε ζιγκλέρ, αλλάξαμε ηλεκτρονική, αλλάξαμε μανιατό, αλλάξαμε και διάθεση κάποια στιγμή, όταν είδαμε πως είχαν περάσει πάνω από 2 ώρες… Τουλάχιστον, οι άνθρωποι στο βενζινάδικο μάς οδήγησαν σ’ ένα σκιερό σημείο και για όσες ώρες ήμασταν εκεί, συνεχώς έρχονταν και ρωτούσαν αν χρειαζόμαστε κάτι. Ποτέ δεν καταλάβαμε τι έγινε και ξαφνικά, μετά από τρεισήμισι ώρες, ο Κίτσος πήρε μπρος. “Πάντα ήταν παράξενος τύπος!” ήταν το επιστημονικό πόρισμα που βγήκε.

Το τοπίο παράξενο. Μια καταχνιά σκέπαζε τα τεράστια δέντρα. Ζέστη κι έντονες μυρωδιές που στην αρχή νομίζαμε πως έρχονταν από κάποιο εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Όχι, ήταν τα τεράστια λουλούδια από τα ανθισμένα δέντρα γύρω μας! Το GPS μάς οδηγούσε στο κάμπινγκ, αλλά λιγότερο από 1χμ μετά την πόλη Ατιμπάϊα, η άσφαλτος χάθηκε. Ο στενός χωματόδρομος στην αρχή μας φαινόταν πως δε βγάζει παρά σε κάποιο αρχαίο δάσος, όμως στην πρώτη στροφή άρχισαν να φαίνονται αγροτόσπιτα, φάρμες κι εξοχικές κατοικίες. Στην πρώτη ανηφόρα το βεσπάκι διαμαρτυρήθηκε έντονα, στη δεύτερη – αυτό ήταν! – μουλάρωσε. Θυμηθήκαμε τις εποχές που ήμασταν σκαρφαλωμένοι στα βουνά του Λεσότο ή στις Βολιβιάνικες Άνδεις. Τότε που κατέβαινα κάθε λίγο κι έσπρωχνα για ν’ ανέβουμε ως την κορφή της ανηφόρας. “Ξεκίνα σπρώξιμο!” μου είπε ο Στέργιος γελώντας. Όταν φτάσαμε στο κάμπινγκ είχε πάρει να νυχτώνει. “Κάμπινγκ; Όχι, εδώ έχουμε μόνο σαλέ” μας διαβεβαίωσε η ιδιοκτήτρια και τότε καταλάβαμε πως η μέρα δεν είχε φτάσει στο τέλος της. Πάλι πίσω στην πόλη. Τουλάχιστον, τώρα ήταν κατήφορος. Βροχή, ζέστη κι ένα βενζινάδικο που σε λίγο έκλεινε. Ωραία η πρώτη μέρα στον δρόμο. Πλήρης!

Φορτώναμε τα πράγματα κι ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι. Ο ήλιος έκαιγε κι εμείς βρίζαμε που δεν ξεκινήσαμε νωρίτερα. Είχαμε πληρώσει ένα μη ευκαταφρόνητο ποσό – για τα δεδομένα μας – σε ξενώνα και θέλαμε να εξαντλήσουμε τα χρονικά όρια που μας έδινε ο ιδιοκτήτης για να μείνουμε στο δωμάτιο. Η διαδρομή στον αυτοκινητόδρομο δεν ήταν άσχημη, αυτό που όμως ήταν απαίσιο ήταν η κίνηση. Τα τεράστια φορτηγά και τ’ αναρίθμητα αυτοκίνητα δε μας άφηναν να απολαύσουμε τα τοπία που εναλλάσσονταν καθώς ταξιδεύαμε.

Στήριξε το ταξίδι μας

Έστω κι 1€ μπορεί να μας κρατήσει στο δρόμο για παραπάνω καιρό και να μας βοηθήσει να μοιραστούμε περισσότερες ιστορίες!

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ

Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, οι φωτογραφίες και τα βίντεό μας, μπορείς να μας βοηθήσεις να συνεχίσουμε.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΩ!

Θα ήταν τρεις ή τέσσερις η ώρα. Στεκόμασταν στον ίσκιο, σ’ ένα βενζινάδικο που είχαμε σταματήσει για γέμισμα και ξεκούραση και η αποπνικτική ζέστη δε μας άφηνε ν’ ανασάνουμε. Ο Κίτσος δεν καλολειτουργούσε – θύμα της υψηλής θερμοκρασίας κι αυτός. Τα κεφάλια μας πονούσαν, νιώθαμε εξαντλημένοι και η μόνη επιλογή εκείνη την ώρα ήταν να συνεχίσουμε. Η σοκολάτα που μας είχε κάνει δώρο ένας πατέρας με τον γιο του την προηγούμενη μέρα πλέον έσταζε, τα μάνγκο είχαν ξινίσει, το νερό στα πλαστικά μπουκάλια ήταν πλέον επίσημα ζεστό. Φάγαμε ό,τι τρωγόταν ακόμη, ήπιαμε και κάμποσο νερό και ξαναπήραμε τον δρόμο. Είχε σκοτεινιάσει όταν ο Στέργιος έστριψε το τιμόνι και μπήκαμε στο βενζινάδικο. Φαινόταν χάλια, αλλά εκεί θα περνούσαμε το βράδυ, δίπλα σε κάποια παρκαρισμένη νταλίκα. Ούτε νταλίκα δεν υπήρχε όμως και το βενζινάδικο θα έκλεινε σε λίγη ώρα. Οι άνθρωποι ευγενικοί και πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν, προσπάθησαν κάτι να μας πουν, αλλά η κούραση ήταν τόση πολλή που δεν καταλαβαίναμε. Κινήσαμε να φύγουμε σιωπηλοί. Σταθήκαμε στην έξοδο για τον αυτοκινητόδρομο και καθώς έβαζε ο Στέργιος την πρώτη ταχύτητα γύρισα και κοίταξα μια ξεθωριασμένη ταμπέλα που έστεκε στο πλάι του βενζινάδικου: “MOTEL”!

Ναι, τέτοιου είδους μοτέλ ήταν, αλλά έπρεπε κάπου να κοιμηθούμε κι εμείς!

“Ούτε να το σκέφτεσαι να κουνηθείς από εδώ με 38,5 πυρετό!” είπα κάπως αυταρχικά στον Στέργιο, που είχε ξαπλώσει και κοίταζε τον ταλαίπωρο εαυτό του στον καθρέφτη του ταβανιού. Ναι, σε τέτοιο μοτέλ μείναμε. Και συγκεκριμένα στο χειρότερο. “Τρύπα της κολάσεως” το αποκαλούσα κοροϊδευτικά κάθε φορά που αναφερόμουν σε αυτή μας τη διαμονή. Εκείνη τη μέρα δεν ήξερα σε πόσες ακόμη τέτοιες “τρύπες” θα μέναμε. Απ’ την πρώτη στιγμή που πατήσαμε στη Βραζιλία, συνειδητοποιήσαμε πως δεν είναι και η φτηνότερη χώρα. Εντάξει, σε κάποια πράγματα είναι φτηνότερη από την Ελλάδα, αλλά όχι και πολύ. Κι επίσης, όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να πληρώσουμε για κάμπινγκ 30€, όπως μας ζήτησε μια κατά τ’ άλλα ευγενέστατη κυρία στην πόλη Brotas. Κάτι η ζέστη, κάτι οι σχετικώς ανεβασμένες – πάντα για τα δεδομένα μας – τιμές, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πως το πλάνο πρέπει να το αλλάξουμε. Λέγαμε να πάμε βόρεια, να μπούμε στον Αμαζόνιο, να πάρουμε ποταμόπλοιο, να κολλήσουμε στην άμμο…όλα αυτά τα ωραία. Όμως δε θέλει και πολύ μυαλό για να παραδεχτούμε πως το καλοκαιράκι στα βόρεια της Βραζιλίας μάλλον θα μας ταλαιπωρήσει περισσότερο απ’ όσο μας αρέσει. Καύσωνας στα παράλια, βροχές και καύσωνας μαζί στο Belem, κι άλλες βροχές στο Macapa, στο Manaus και την Boa Vista, κάτι ψιλοθεματάκια στη Βενεζουέλα που ίσως να ήταν αποτρεπτικά (αυτά αλλάζουν συνεχώς), λάσπη μέχρι το γόνατο στον BR319 για Porto Velho… Μετά από κάμποση κουβέντα, το αποφασίσαμε: θα επιστρέψουμε στη Βραζιλία χειμώνα, όταν η ζέστη και οι βροχές θα είναι λιγότερες κι όταν πια θα ξέρουμε καλύτερα πώς θα διαχειριστούμε το (μικρό) μας μπάτζετ!

Η πρώτη μέρα στον δρόμο δεν ήταν και η ευκολότερη τελικά…

Πολλή ζέστη, όμως!

Χωρέσαμε και οι τρεις μας τελικά σ’ αυτό το ξενοδοχείο

Αλλαγή κατεύθυνσης

Θα πάμε στο Mato Grosso do Sul κι από εκεί βουρ για Βολιβία (από τη συνοριακή πόλη Corumba). Κάπως έτσι, κι αφού ο πυρετός και η αφυδάτωση πέρασαν, συνεχίσαμε. Από το Σάο Πάολο ως τα σύνορα με τη Βολιβία η απόσταση είναι γύρω στα 1700χμ. Έπρεπε όμως να κάνουμε μερικές προσαρμογές στο ωράριο ταξιδιού ώστε να γλιτώσουμε την ηλίαση (εμείς και ο Κίτσος). Πρωινό ξύπνημα, οδήγηση με πολλά μικρά διαλείμματα ως τις 13:00, διάλειμμα ως τις 17:00 σε κάποιο βενζινάδικο (κατά προτίμηση με ίσκιο για τον Κίτσο και κλιματισμό για μας), συνέχιση της διαδρομής ως το ηλιοβασίλεμα.

Με μπόλικη υπομονή και ατέλειωτα λίτρα ιδρώτα, φτάσαμε σ’ ένα κάμπινγκ στην πόλη Presidente Epitacio, στην όχθη του ποταμού Parana. Από εκεί, θα διασχίζαμε την γέφυρα των 10 χιλιομέτρων και θα βρισκόμασταν επιτέλους στο Mato Grosso do Sul. Αλλά πρώτα, λίγη ξεκούραση. Το κάμπινγκ, παρόλο που η υπεύθυνη (ή ιδιοκτήτρια;) ήταν γλυκύτατη, έμοιαζε κι αυτό σαν “τρύπα της κολάσεως”: σκουπίδια παντού, μισογκρεμισμένα σαλέ που φανέρωναν την αίγλη άλλων εποχών, μια πισίνα με τελείως λάθος χρώμα νερού. Και σαν να μην έφταναν αυτά, έπρεπε να πληρώνουμε 11€ τη μέρα για τις ατέλειωτες ανέσεις! Στην αρχή πιστέψαμε πως οι κάτοικοι των 3-4 μπανγκαλόου που έστεκαν ακόμη, ήταν πρώην άστεγοι που είχαν κάνει κατάληψη στα εγκαταλελειμμένα κτήρια. Λίγη ώρα μετά, η εκτίμησή μας είχε αποδειχτεί τελείως λανθασμένη…

Μια βδομάδα έχει περάσει στο Pr. Epitacio. Μια βδομάδα με το καινούριο μας σόι! Μια απ’ τις οικογένειες που γνωρίσαμε στο γκρεμισμένο κάμπινγκ, μετά από μερικές προσκλήσεις για φαγητό, αρκετές (επιτυχημένες) προσπάθειες επικοινωνίας και μπόλικο γέλιο, μας κάλεσε να μείνουμε στο σπίτι ενός από τ’ αδέρφια. Αυτός, ο Sergio, έμενε πλέον με τη σύντροφό του και το σπίτι του ήταν άδειο. Αν κάτι δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ από τις εμπειρίες μας στον δρόμο είναι η ατέλειωτη προσφορά των ανθρώπων που συναντάμε. Από ένα μπουκάλι νερό και μια κουβέντα παρηγοριάς όταν ξεμείναμε με τον Κίτσο στο βενζινάδικο, ως τις προσκλήσεις για φαγητό και την φιλοξενία της οικογένειας Souza στο Pr. Epitacio. Ο παππούς, η γιαγιά, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους… 15αύγουστο στο χωριό θυμίζει! Φαγητά, φωνές, τραγούδια και χορός κι εμείς να μην ξέρουμε σε ποιον να πρωτοεκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Μας ζήτησαν και τη συνταγή για το νερουλό τζατζίκι (για στραγγιστό γιαούρτι ούτε λόγος) που τους φτιάξαμε μια Παρασκευή βράδυ. Ήδη μας λένε για το πόσο θα στενοχωρηθούν όταν φύγουμε… Κι εμείς.

Με τη βραζιλιάνικη οικογένειά μας στο Επιτάσιο

Ο γείτονάς μας στο Επιτάσιο

Ο άλλος μας γείτονας στο Επιτάσιο

Caldo da cana e pastel”, δηλαδή χυμός ζαχαροκάλαμου και τηγανιτά πιτάκια

Ηλιοβασίλεμα δίπλα στον ποταμό Παρανά

Ηλιοβασίλεμα δίπλα στον ποταμό Παρανά

Παιχνίδι με το νερό

Πέρασαν δεκαπέντε μέρες στο Epitacio και ήταν δεν ήταν 8 το πρωί όταν κορνάραμε έξω απ’ το σπίτι του παππού και της γιαγιάς για να τους χαιρετίσουμε. “Πάντα θα έχετε μια οικογένεια να σας περιμένει στο Epitacio” ήταν οι τελευταίες τους κουβέντες και μάταια προσπαθούσαμε να τους πείσουμε να μην στενοχωριούνται. Κάποια στιγμή ίσως να ξαναβρεθούμε κι αν αυτό δε γίνει, τότε ας θυμόμαστε το ότι βρεθήκαμε κάποτε.

Σε περίπου 800 χιλιόμετρα θα είμαστε στη Βολιβία, αν δεν έχουμε εξαϋλωθεί στον δρόμο από τη ζέστη…

Συνεχίζεται…

Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *