Περού (μέρος Α)

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπαLeave a Comment

Ανακαλύπτοντας το Περού απ’ τη σέλα της βέσπας!

Με μια δόση θλίψης αφήναμε πίσω μας πια την αγαπημένη μας Βολιβία και κάναμε τα πρώτα χιλιόμετρα στο Περού. Παρηγορηθήκαμε υποσχόμενοι ο ένας στον άλλο πως κάποτε θα ξαναγυρίσουμε στη Βολιβία και σε λίγα λεπτά, η προσμονή μας για την καινούρια χώρα είχε διώξει και τα τελευταία σύννεφα απ’ το μυαλό μας. Κατευθυνόμασταν στο Πούνο, μια ακόμη παραλίμνια πόλη και η θέα της λίμνης Τιτικάκα σε συνδυασμό με τον ζεστό ήλιο μας έκανε να νιώθουμε πως βρισκόμαστε σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί. Κίτρινα στάχυα, ξερολιθιές κι έντονο βαθύ μπλε. Η μόνη διαφορά απ’ το ελληνικό τοπίο ήταν τα πολύχρωμα υφαντά ρούχα των γυναικών που συναντούσαμε να θερίζουν στα χωράφια.

Το Πούνο δεν απείχε και πολύ απ’ τα σύνορα με τη Βολιβία, αλλά ενώ τώρα πια βρισκόμασταν σε άλλη χώρα, διαπιστώσαμε πως τα κοινά τους σημεία ήταν πολλά. Οι άνθρωποι και οι πολιτισμοί δε χωρίζονται από γραμμές χαραγμένες σε χάρτες κι από διεθνείς συνθήκες. Ωστόσο, μια διαφορά που σύντομα παρατηρήσαμε ήταν πως οι Περουβιανοί, ανταποκρίνονταν με περισσότερη θέρμη κάθε φορά που τους χαιρετούσαμε στον δρόμο. Πολλά είχαμε ακούσει για το Περού: τους ανθρώπους, τον πολιτισμό, τη φημισμένη κουζίνα, τους Ίνκας, την εγκληματικότητα…Τί άραγε θα βλέπαμε εμείς;

Στο Πούνο φτάσαμε την ίδια μέρα και σύντομα αρχίσαμε να σκεφτόμαστε αν θα επισκεπτόμασταν τα γνωστά “Islas Flotantes”, τα επιπλέοντα νησιά. Πρόκειται για νησάκια της λίμνης Titicaca στα οποία ζουν οι Uro, μια από τις εθνότητες της περιοχής. Τα νησάκια είναι κατασκευασμένα από ένα είδος καλαμιάς και οι κάτοικοί τους τα επεκτείνουν και τα επισκευάζουν ανάλογα με τις ανάγκες. Είχαμε διαβάσει πληροφορίες κι εμπειρίες άλλων επισκεπτών και οι εντυπώσεις μοιράζονταν ανάμεσα στο “υπερβολικά τουριστικό” και το απόλυτο αντίθετό του: “μοναδική εμπειρία”. 

Η απόφαση που πήραμε ήταν να μην πάμε. Νιώσαμε λίγο άβολα με τις διηγήσεις ταξιδιωτών που έγραφαν πως ήταν σα να επισκέφτηκαν κάποιο ψεύτικο σκηνικό στημένο μόνο για τουρίστες και πως τα νησιά των οποίων οι κάτοικοι ζουν για τους ίδιους κι όχι για την τουριστική βιομηχανία, είναι “κλειστά” για τους ξένους. Το Πούνο με τη σκεπαστή αγορά του, τα μοτο-ταξί που μοιάζουν με τα τουκ-τουκ των ασιατικών χωρών και τα όμορφα του χρώματα, ήταν η πρώτη μόνο από τις θετικές εμπειρίες που ζήσαμε στο Περού. Από τις πρώτες μας κιόλας συνομιλίες με τους Περουβιανούς, διαπιστώσαμε πως αν και στο μυαλό τους υπήρχε μια ασάφεια για την ακριβή θέση της Ελλάδας (άλλωστε πόσοι Έλληνες γνωρίζουν ακριβώς πού βρίσκεται το Περού;!), πολλοί είχαν μια ικανοποιητικότατη γνώση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μάλιστα μπαίνοντας στο Πούνο, πήρε το μάτι μας μια επιγραφή κάποιας σχολής φιλοσοφίας με το όνομα “Πλάτων”. Θυμήθηκα τότε τον Περουβιανό νταλικέρη που μαζί του ταξίδεψα για κάποια χιλιόμετρα, όταν το βεσπάκι δεν άντεχε κι εμένα στην πλάτη του. Εκείνος πρώτος μου είχε μιλήσει για την ιδιαίτερη θέση που έχει στο Περού ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός.

Επόμενος μας προορισμός το διάσημο Κούσκο, η “πρωτεύουσα” της αυτοκρατορίας των Ίνκας! Η απόσταση μεταξύ των δυο πόλεων ήταν αρκετή για να τη διανύσουμε σε μια μέρα, οπότε προς το απόγευμα, αφήσαμε τον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο και μπήκαμε στο πρώτο χωριουδάκι που βρήκαμε. Το όνομα του χωριού “Santa Rosa” και ο αριθμός των κατοίκων του αρκετά μικρός. Απ’ τα γεμάτα περιέργεια βλέμματά τους, σύντομα καταλάβαμε πως στη “Santa Rosa” κανείς ξένος δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να σταματήσει. Σ’ αυτά όμως τα μικρά κι άσημα μέρη μπορεί να ζήσει κανείς τις πιο όμορφες εμπειρίες!

Νοικιάσαμε λοιπόν ένα σκανδαλωδώς φτηνό δωμάτιο σ’ έναν ξενώνα και ξεκινήσαμε να περπατάμε στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Ούτε ένας κάτοικος δεν πέρασε χωρίς να μας χαιρετήσει με πλατύ χαμόγελο. Σύντομα νιώσαμε οικεία στο χωριό, βγάλαμε τις κάμερες κι αρχίσαμε ν’ απαθανατίζουμε στιγμές απ’ την καθημερινότητά του. Μια γυναίκα γύρω στα 45 καθόταν μαζί με την έφηβη κόρη της και τους δυο μικρότερους γιους της σε μια άκρη του δρόμου κι όταν μας είδε να φωτογραφίζουμε την προβατίνα της, πραγματικά παραξενεύτηκε. Της είπα χαριτολογώντας πως η προβατίνα της είναι φωτομοντέλο κι ο πάγος έσπασε αμέσως! Δυο λεπτά μετά, είχαμε πιάσει κουβέντα με την ίδια και με τα παιδιά της. Η έφηβη κόρη μας έλεγε πόσο τη δυσκολεύουν τ’ αγγλικά στο σχολείο, τα μικρότερα αγόρια ενδιαφέρονταν πολύ να μάθουν καινούρια πράγματα από μας, αλλά κι εμείς απ’ αυτούς. Εκεί κάναμε και τα πρώτα μαθήματα Κέτσουα (Quechua), μιας από τις γλώσσες των ιθαγενών κατοίκων που οι πληθυσμοί τους μοιράζονται σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Όταν, μετά από αρκετή ώρα συζήτησης, αναφέραμε στους συνομιλητές μας πως δεν είχαμε φάει τίποτα απ’ το πρωί και πως περιμέναμε το εστιατόριο του χωριού ν’ ανοίξει, η μητέρα των παιδιών κάτι είπε στα Κέτσουα με επιτακτικό τόνο στον μικρότερο γιο της κι εκείνος τρέχοντας, χάθηκε στο απέναντι στενάκι. Λίγα λεπτά μετά, γύρισε με τρία πορτοκάλια στα χέρια του. Μας τα πρόσφεραν να παρηγορήσουμε την πείνα μας ώσπου ν’ ανοίξει το εστιατόριο!

Γι’ ακόμη μια φορά διαπιστώσαμε πως η πραγματική αλληλεγγύη βρίσκεται εκεί που οι άνθρωποι έχουν τα λιγότερα υλικά αγαθά. Όταν πια το εστιατόριο άνοιξε, δειπνήσαμε (φάγαμε μια συνταγή μ’ έναν αρκετά ασυνήθιστο συνδυασμό υλικών για τα δικά μας δεδομένα: μακαρόνια, ρύζι και πατάτες βρασμένα όλα μαζί σε ζωμό από κρέας!) και κατευθυνθήκαμε προς το δωμάτιό μας για να ξεκουραστούμε. Την επόμενη μέρα θα φτάναμε στο διάσημο Κούσκο.

Ο δρόμος για το Κούσκο ήταν εύκολος και χωρίς απρόοπτα, αν και είχαμε αρχίσει ν’ αντιλαμβανόμαστε ότι η οδηγική κουλτούρα των Περουβιανών δεν είναι και η καλύτερη. Για το Κούσκο είχαμε διαβάσει πολλά, άλλωστε ήταν η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Ίνκας και “ορμητήριο” των χιλιάδων τουριστών για μια επίσκεψη στο περίφημο Μάτσου-Πίκτσου. Δεν ξέρω γιατί, όμως επιμέναμε να το έχουμε στο μυαλό μας σα μια μικρή γραφική πόλη, στην οποία μόνοι επισκέπτες θα ήμαστε εμείς! Σα να αγνοούσαμε επίτηδες όλα όσα είχαμε διαβάσει, περιμέναμε να μπούμε σ’ ένα χωριουδάκι…Μέγα λάθος!

Η διαδρομή από της είσοδο μέχρι το ιστορικό κέντρο της πόλης των αρκετών χιλιάδων κατοίκων ήταν ένας εφιάλτης. Αυτοκίνητα παντού κι οδηγοί χωρίς κανένα ενδιαφέρον για οποιονδήποτε κανόνα οδικής κυκλοφορίας. Ένα λεωφορείο σε φονική πορεία εναντίον μας κι ένας Στέργιος εξοργισμένος, να οδηγεί όσο πιο επιθετικά γινόταν για να αποφύγουμε να μας τρακάρουν. Τέλεια! (Βέβαια, αυτό συνεχίστηκε σε όλες τις υπόλοιπες πόλεις του Περού που επισκεφτήκαμε, χωρίς παραδόξως να πάθουμε τίποτα!) Ήμασταν έτοιμοι να κάνουμε μεταβολή και να φύγουμε απ’ το Κούσκο, μέχρι που φτάσαμε στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Πανέμορφα πετρόχτιστα κτήρια, πλακόστρωτα στενοσόκακα χρωματιστές αγορές και κόσμος από κάθε γωνιά της γης. Ας ήταν ένα απ’ τα πιο τουριστικά μέρη που είχαμε επισκεφτεί, άξιζε τη φήμη του!

Αναζητήσαμε κατάλυμα κι ενώ όλα έδειχναν πως θα έπρεπε να μείνουμε λίγο καιρό λόγω των “τσιμπημένων” τιμών, τελικά σταθήκαμε τυχεροί και βρήκαμε δωμάτιο σ’ έναν ξενώνα που υπολειτουργούσε λόγω ανακαίνισης. Ο ιδιοκτήτης, ο αδερφός του, ο πατέρας τους και μια μικρή ομάδα από μάστορες που δούλευαν στον όμορφο ξενώνα που είχε χτιστεί το 18ο αι. (!), ήταν κάτι παραπάνω από φιλόξενοι. Στο Κούσκο μείναμε 10 μέρες και μέσα σ’ αυτό το διάστημα επιδοθήκαμε στην αγαπημένη μας συνήθεια: δοκιμή τοπικής – κι όχι μόνο – κουζίνας. Ξαναβρεθήκαμε στις πολύχρωμες αγορές, ξανακάναμε γνωριμίες με κυρίες που πουλούσαν άγνωστα σε μας προϊόντα κι εμπλουτίσαμε κι άλλο τη λίστα με τα φαγητά που θα μας λείψουν τώρα πια που δεν είμαστε εκεί.

Η απροσδόκητη ανακάλυψη της κινέζικης κουζίνας απ’ τον Στέργιο καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό τις γαστρονομικές μας επιλογές, καθώς επίσης και η δική μου “ανακάλυψη”: μου αρέσει το ρυζόγαλο, αρκεί να είναι σερβιρισμένο μαζί με “mazamorra morada”, ένα γλυκό με την υφή της δικής μας μουσταλευριάς, φτιαγμένο από άμυλο μοβ καλαμποκιού. Θεσπέσιο!

Στο Κούσκο μας δόθηκε και η ευκαιρία να φάμε ό,τι κοντινότερο στο ελληνικό παραδοσιακό πιτόγυρο, αφού υπήρχαν κάποια αραβικά εστιατόρια που σέρβιραν φαλάφελ, κεμπάμπ και γύρο! Το Περού είναι ένας απ’ τους δημοφιλείς ταξιδιωτικούς προορισμούς διεθνώς, οπότε δεν εκπλησσόμασταν όταν περιδιαβαίνοντας στα στενά της παλιάς πόλης, συναντούσαμε κόσμο απ’ όλες τις μεριές της γης. Ωστόσο, το να μας προσεγγίσει ένας άνθρωπος απ’ τη Ρουμανία μόνο και μόνο λόγω του συνθήματος “SOS Halkidiki” που είναι γαζωμένο στο μπουφάν του Στέργιου, δεν το περιμέναμε. Ο Αντρέι λοιπόν, ένας Ρουμάνος ακτιβιστής κατά των καταστροφών που επιφέρει στο περιβάλλον και την κοινωνία η αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της γης, μας πλησίασε και μας μίλησε για την “Roșia Montană”, για τα ορυχεία της και των αγώνα των κατοίκων να σώσουν την περιοχή τους απ’ τις μεταλλευτικές εταιρίες που λυμαίνονται τον πλούτο της. Γνώριζε για τη Χαλκιδική, για τα αντίστοιχα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα κι ενδιαφερόταν πολύ ν’ ανταλλάξουμε απόψεις για τα κοινά μας ζητήματα.

Η πιο σημαντική συνάντηση όμως εκείνων των ημερών, ήταν – όπως αποδείχτηκε με τον τραγικότερο τρόπο αργότερα – εκείνη με τους δυο φίλους μας, τον Ντορόν και τη Γκάλια, που είχαμε πρωτογνωρίσει στα βόρεια της Αργεντινής και με τους οποίους ποτέ δεν είχαμε πάψει να επικοινωνούμε. Το δέσιμο με κάποιους ανθρώπους που συναντάς όταν είσαι στο δρόμο, μπορεί να είναι πολύ πιο βαθύ και δυνατό από γνωριμίες ετών. Είχαν νοικιάσει ένα μικρό σπίτι σ’ ένα χωριουδάκι έξω απ’ το Κούσκο κι έμεναν εκεί για να ξεκουραστούν οι ίδιοι και τα σκυλιά τους απ’ τις περιπέτειες του ταξιδιού τους. Περάσαμε μαζί τους στο Κούσκο ένα όμορφο απόγευμα με καφέ και κουβέντα που έγινε ένα όμορφο βράδυ με ποτό και κουβέντα και κατέληξε σε μια βόλτα στην πόλη πριν αποχαιρετιστούμε και δώσουμε ραντεβού για μια επόμενη συνάντηση…Λίγους μήνες μετά, η Γκάλια έφυγε ξαφνικά απ’ τη ζωή αφήνοντάς μας σοκαρισμένους αλλά κι αποφασισμένους πως θα κάνουμε το παν για να ζήσουμε όπως πραγματικά επιθυμούμε. Αυτό έκανε και η ίδια άλλωστε, γι’ αυτό το χαμόγελό της ξεχείλιζε ευτυχία!

Οι μέρες στο Κούσκο περνούσαν και πια είχαμε ξεκουραστεί αρκετά και ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε για το επόμενο κομμάτι του ταξιδιού μας. Είχαμε αποφασίσει να αγνοήσουμε το χιλιοφωτογραφημένο Μάτσου-Πίκτσου και να πάμε στο ταπεινό κι άγνωστο “αδερφάκι” του, το Τσοκεκιράο (Choquequirao)…

(συνεχίζεται…)


new_enjoy_the_ride_web


Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *