Λα Ιγιέρα, Λα Παζ, Κοπακαμπάνα

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπαLeave a Comment

Βολιβία (Λα Ιγιέρα, Λα Παζ, Κοπακαμπάνα)

Η διαδρομή απ’ το Σούκρε στη La Higuera ήταν περίπου 300 χιλιόμετρα, με τα μισά εξ’ αυτών σε χωματόδρομους και με το υψόμετρο ν’ ανεβοκατεβαίνει απότομα, προκαλώντας μας τη γνωστή αγωνία – θ’ ανέβει ή δε θ’ ανέβει η βέσπα;! Από το Σούκρε ξεκινήσαμε νωρίς για ν’ αποφύγουμε την πολλή κίνηση στις ανηφοροκατηφόρες τις πόλης. Ο συμπλέκτης μας δεν ήταν για πολλά-πολλά. Όλα πήγαιναν ιδανικά στο δρόμο! Ακόμη και η προμήθεια σε βενζίνη έγινε χωρίς προβλήματα, αφού στο πρώτο βενζινάδικο που σταματήσαμε, μας την πούλησαν χωρίς γκρίνιες και “διεθνείς” χρεώσεις (Πάντα με τη βέσπα παρκαρισμένη μακριά απ’ το βενζινάδικο κι εμένα με χαζό χαμόγελο και το μπιτόνι στο χέρι!). Το τοπίο αυτή τη φορά ήταν διαφορετικό.

Είχαμε κατέβει λίγα μέτρα και το υψόμετρο πια ευνοούσε κι άλλα είδη δέντρων και λουλουδιών. Μάλιστα, σε κάποια σημεία μας θύμισε κάτι από ελληνική φύση. Ο Στέργιος ανά διαστήματα γύρναγε και μου έλεγε όλο ενθουσιασμό: “Μύρισε! Είναι θυμάρι!”. Ο ήλιος και η σχετική ζέστη, τα πεύκα και τα πουρνάρια…πρώτη φορά νιώσαμε τόση νοσταλγία. Κάτι ο ήλιος, κάτι τα λουλουδάκια, κάτι και τα γελάδια που έβοσκαν σχεδόν πάνω στον δρόμο αφαιρεθήκαμε λίγο και…ΚΡΑΤΣ…! Κόκαλο η βέσπα!

Είχαμε κοπανήσει με την εξάτμιση (είναι χαμηλή η άτιμη) πάνω σε μια κοτρόνα που προεξείχε στο δρόμο. Μάλιστα, χτυπήσαμε με τέτοια δύναμη που η εξάτμιση μετακινήθηκε κι έπεσε πάνω στην πίσω ρόδα ακινητοποιώντας την τελείως. Υπό το παραξενεμένο βλέμμα των γελαδιών, ξεφορτώσαμε τη βέσπα κι ο Στέργιος (χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο ακατάλληλο να μεταφερθεί εδώ) ξεκίνησε τις προσπάθειες επισκευής. Τουλάχιστον δεν είχαμε σπάσει το κάρτερ, οπότε μέσα στη γενική ανησυχία, αυτό μας προσέφερε μια ανακούφιση. Τρεις ώρες ανελέητων κοπανημάτων με πέτρες, ξύλα, χέρια κι ό,τι άλλο μπορούσαμε να φανταστούμε καταφέραμε να κάνουμε…μια τρύπα στο νερό. Η λύση ήταν μία: θα παίρναμε την εξάτμιση στον ώμο και θα συνεχίζαμε όπως-όπως μέχρι τη La Higuera. Από ‘κει και μετά, θα καταστρώναμε κάποιο καινούριο σχέδιο. Ο θόρυβος που κάνει μια βέσπα χωρίς εξάτμιση μπορεί να συγκριθεί μόνο με απογείωση Jumbo. Σίγουρα σε πολλά γελάδια θα κόπηκε το γάλα στο πέρασμα μας και είμαι βέβαιη πως αρκετοί κάτοικοι των γύρω οικισμών ακόμη θ’ αναρωτιούνται πού έπεσε το αεροπλάνο που άκουσαν εκείνη τη μέρα να περνά.

Δυστυχώς, ήταν αδύνατο να φτάσουμε την ίδια μέρα στη La Higuera. Λίγο πριν σκοτεινιάσει, βρήκαμε ένα σημείο για να στήσουμε τη σκηνή. Δεν ήταν το καλύτερο, αλλά δεν υπήρχε χρόνος γι’ άλλη αναζήτηση. Ανάμεσα σε σβουνιές από γελάδια λοιπόν κι εμείς. Σύντομα βέβαια, καταλάβαμε πως δεν ήταν οι σβουνιές το πρόβλημα, αλλά τα χιλιάδες αιμοβόρικα μυγάκια και οι επιθετικότατες σφήκες που όλο χαρά μας υποδέχτηκαν. Τσιμπημένοι σε κάθε σημείο εκτεθειμένου δέρματος, κάναμε άτακτη υποχώρηση και κλειστήκαμε στη σκηνή. Δεν είχαμε προβλέψει ελεύθερο κάμπινγκ εκείνη τη μέρα, οπότε είχαμε μόνο νερό και λίγα μπισκότα. Ας είναι. Λίγη δίαιτα δε βλάπτει. Το επόμενο πρωί, φροντίσαμε να ξυπνήσουμε πριν απ’ τα φονικά σμήνη και φορτώσαμε τρέχοντας τη βέσπα. Αυτή τη φορά, ο Στέργιος αυτοσχεδίασε κι έδεσε την εξάτμιση με διάφορα συρματάκια με την ελπίδα πως θ’ αντέξουν (Αχεμ…τρεις μήνες μετά, πάλι με συρματάκια είμαστε!). Η διαδρομή μέχρι τη La Higuera ήταν πανέμορφη, αλλά δυστυχώς λόγω της διαλυμένης εξάτμισης και της καινούριας δηλητηρίασης που μυστηριωδώς έπαθα, δεν την απολαύσαμε όσο θα θέλαμε. Κάθε λίγο έπρεπε να σταματάμε και να κοπανάμε την εξάτμιση για να πάει πίσω στη θέση της, να στοιχηματίζουμε αν η βέσπα θα καταφέρει ν’ ανέβει κάτι σαλιγκαροστροφές με αλλόκοτη κλίση και να μετράμε πόσες βουνοκορφές έχουμε ακόμη μέχρι να φτάσουμε. Στο υπέροχο ανέβασμα μας από τα 800 στα 2.500 μέτρα, είχε προστεθεί και η δηλητηρίαση μου που σιγά-σιγά εκδήλωνε όλα της τα συμπτώματα!

Κάπως έτσι, βρώμικοι και κατακουρασμένοι, φτάσαμε επιτέλους στη La Higuera! Μαζέψαμε όσες δυνάμεις μας είχαν μείνει για να καταφέρουμε να “ξεφύγουμε” από την πιεστική Γαλλίδα ιδιοκτήτρια ενός πολυτελούς – για τα δεδομένα της περιοχής – ξενώνα, που ήθελε οπωσδήποτε να μας κάνει πελάτες της. Όμορφος και προσεγμένος ξενώνας, αλλά όχι για τον δικό μας προϋπολογισμό κόστους. Ξεκολλήσαμε λοιπόν και καταφέραμε να φτάσουμε στην πλατεία του μικρού χωριού. Η La Higuera είναι ένα μικροσκοπικό χωριουδάκι, χτισμένο σ’ ένα πανέμορφο μέρος με θέα που ποτέ δε βαριέσαι να χαζεύεις. Έχουν μείνει περίπου 100 κάτοικοι που ζουν από αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, αλλά κι από τους αρκετούς επισκέπτες που φτάνουν στο χωριό για να αποτίσουν φόρο τιμής στον Che. Το μικροσκοπικό χωριό, κουβαλά μια τεράστια ιστορία που είναι εμφανής σε κάθε γωνιά του. Τοιχογραφίες, προτομές, αγάλματα του Che. Αν μάλιστα είσαι τυχερός, όλο και κάποια ιστορία για την εποχή του αντάρτικου θα σου διηγηθούν, όλο και κάποια φωτογραφία θα σου δείξουν. Το παλιό σχολείο της La Higuera έχει μετατραπεί σε μουσείο και η 9η Οκτωβρίου 1967 – η μέρα που εκτελέστηκε ο Che, είναι χαραγμένη στη συλλογική μνήμη όλων των κατοίκων.

Είχαμε διαβάσει κάπου πως υπάρχει κοινοτικός ξενώνας που λειτουργεί στο χωριό, οπότε, το πρώτο πράγμα που ρωτήσαμε ήταν γι’ αυτόν. Προτιμούσαμε να δώσουμε τα χρήματά μας στην κοινότητα και να μείνουμε πιο κοντά στην “καρδιά” του χωριού. Σύντομα, ήμασταν στο δωμάτιό μας όπου μπορούσαμε πια να καταρρεύσουμε με την ησυχία μας! Στο διάστημα που χρειαστήκαμε για να βρούμε το κατάλυμα και ν’ αγοράσουμε κάτι να φάμε απ’ το μπακαλικάκι της γειτονιάς, είχε προλάβει κι ο Στέργιος να εκδηλώσει συμπτώματα δηλητηρίασης. Σωριαστήκαμε στο κρεβάτι μας λοιπόν και δεν ξαναβγήκαμε από ‘κει για τις επόμενες τρεις μέρες. Το νέο πως δυο ημιθανείς τουρίστες βρίσκονται εκεί, διαδόθηκε αμέσως και τη δεύτερη κιόλας μέρα, η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη για τον ξενώνα, ήρθε και μου είπε πως μπορώ να επισκεφτώ δωρεάν το ιατρείο του χωριού, το οποίο στελεχώνεται από δύο Κουβανούς γιατρούς. Βέβαια και πήγα – περισσότερο από περιέργεια για να μάθω περισσότερα για το τί έκαναν δύο Κουβανοί γιατροί στα κορφοβούνια της Βολιβίας. Με προθυμία, αφού μ’ εξέτασε και κατέληξε πως δεν είναι κάτι σοβαρό, ο γιατρός μου εξήγησε πως πρόκειται για ένα διακρατικό πρόγραμμα συνεργασίας των δύο χωρών και πως κάθε γιατρός για 2 χρόνια οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του σε συνεργαζόμενη χώρα. Εντυπωσιάστηκα. Η εξέταση και τα φάρμακα που μου έδωσε, ήταν δωρεάν για κάθε ασθενή, ανεξάρτητα από την καταγωγή του ή τον τόπο κατοικίας του.

Σιγά-σιγά, η κατάστασή μας βελτιωνόταν και την τέταρτη πια μέρα αρχίσαμε να κυκλοφορούμε στο χωριό. Επισκεφτήκαμε το μουσείο που στεγάζεται στο παλιό σχολείο του χωριού – στο συγκεκριμένο κτήριο κρατήθηκε ο Che μέχρι την εκτέλεσή του. Δε νομίζω πως μπορώ να γίνω πολύ ακριβής στην περιγραφή μου, αλλά όλο το χωριό μοιάζει διαποτισμένο από μια ενέργεια, σα να αποπνέει μια ιερότητα. Οι κάτοικοι αναφέρονται στον Che, αποκαλώντας τον Santo Ernesto και τα πιτσιρίκια του σχολείου μιλούν γι’ αυτόν με λεπτομέρειες. Χωρίς να είναι εμφανώς εμπορευματοποιημένη η μορφή του, ο Che είναι παντού παρών. Το δωμάτιο που μέναμε μοιραζόταν την ίδια αυλή με το σχολείο και ο ιατρείο του χωριού. Κάθε φορά που βγαίναμε στην αυλή για να μαγειρέψουμε, καταλήγαμε να μαγειρεύουμε με τα πιτσιρίκια και να μιλάμε με τους ανθρώπους της κοινότητας. Όταν ήρθε πια η μέρα για να φύγουμε, νιώθαμε πως φεύγαμε από έναν τόπο πολύ οικείο. Χαιρετίσαμε τα παιδάκια που έβρισκαν πολύ αστεία τη γενειάδα (και τη φαλάκρα) του Στέργιου και γελούσαν κάθε φορά που τους έκανε κάποια γκριμάτσα, φωνάζοντάς τον “Άη-Βασίλη” (Εμένα πάλι, με κορόιδευαν επειδή ήμουν κορίτσι με μαλλιά αγοριού…) και ξεκινήσαμε για την πόλη Vallegrande.

Η λεπτομέρεια εδώ είναι πως δεν ξεκινήσαμε μαζί. Η βέσπα με τη σερνάμενη εξάτμιση και τα δεσίματα με τα συρματάκια δε μας ενέπνεε μεγάλη ασφάλεια για να τη φορτώσουμε και να συνεχίσουμε σε χωματόδρομους. Έτσι, εγώ (ευτυχώς παρέα με μια Γερμανίδα backpacker) πήρα ταξί μέχρι το επόμενο χωριό κι από εκεί και πέρα, συνέχισα ως το Vallegrande με το τραινάκι του τρόμου…εεε, με το λεωφορείο, εννοώ! Γι’ ακόμη μια φορά – όπως και στην περιοχή με τις λίμνες – ταξιδέψαμε ξεχωριστά με τον Στέργιο έχοντας δώσει ραντεβού σε συγκεκριμένο μέρος στον τελικό μας προορισμό. Όλοι μας είχαν πει πως στο Vallegrande υπάρχουν συνεργεία, ανταλλακτικά κι ό,τι άλλο χρειαζόμασταν, οπότε θα επιχειρούσαμε την επισκευή της βέσπας εκεί. Εγώ με τη Γερμανίδα backpacker κι άλλους δυο επισκέπτες που επίσης ήθελαν να φύγουν την ίδια μέρα από τη La Higuera, μπήκαμε στο ταξί με αρχικό προορισμό το χωριό Pucara, απ’ όπου περνούσε το λεωφορείο. Λίγη ώρα αφού φτάσαμε, ήρθε και το λεωφορείο κι έτσι ξεκίνησαν τα 60 πιο ταρακουνημένα χιλιόμετρα του ταξιδιού! Ο οδηγός προφανώς είχε καημό να τρέξει στο Ράλι Ντακάρ και οι λίγοι επιβάτες προφανώς πάντα ήθελαν να έχουν την εμπειρία ενός roller-coaster, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται η οδήγηση αυτού του είδους. Με τη συνταξιδιώτισσα μου, παραμείναμε γαντζωμένες όπου βρήκαμε προκειμένου να μην εκτοξευτούμε από τις θέσεις μας. Όταν πια φτάσαμε στη Vallegrande και πάτησα το πόδι μου στη γη, ένιωθα όπως νιώθει κανείς μετά από ταξίδι με βάρκα σε ταραγμένη θάλασσα. Πήρα τις βαλίτσες στον ώμο και κατευθύνθηκα προς το ξενοδοχείο “Mexico Lindo” όπου θα συναντιόμασταν με τον Στέργιο.

Ξεκίνησα να εξηγώ στον υπάλληλο πως περιμένω και τον συνταξιδιώτη μου και πως έχει βλάβη το όχημα και δεν ξέρω πότε θα φτάσει κτλκτλ…Αν η εξάτμιση έπεφτε πάλι κι αν η βέσπα δεν μπορούσε ν’ αντεπεξέλθει στις δυσκολίες της διαδρομής, ίσως χρειαζόταν να φορτωθεί σε κανένα περαστικό 4×4 ή να φτάσει με μεγάλη καθυστέρηση. Γι’ ακόμη μια φορά, όμως οποιαδήποτε ανησυχία μας διαψεύστηκε κι όχι μόνο αυτό, αλλά μάλλον έγινα ρεζίλι στον υπάλληλο του ξενοδοχείου, αφού ο Στέργιος κατέφθασε περίπου μισή ώρα μετά από ‘μένα! Να μάθω να μην κάνω δραματικές περιγραφές άλλη φορά! Στη Vallegrande, την επόμενη μέρα βρήκαμε συνεργείο και για καμιά ώρα ο μάστορας έκανε αυτοσχεδιασμούς με την ηλεκτροκόλληση για να ισιώσει την καημένη εξάτμιση που είχε γίνει σαν ακορντεόν από τα χτυπήματα. Αποχωρώντας χαρούμενοι που επισκευάστηκε η εξάτμιση, διαπιστώσαμε με φρίκη, πως ακόμη έβρισκε πάνω στην πίσω ρόδα. Σειρά είχε ένα μεγάλο σφυρί! Κάμποσα ακόμη κοπανήματα μετά, ο Στέργιος μαζί με δυο μάστορες κατάφεραν να την απομακρύνουν τόσο ώστε να μην μπορούμε να ησυχάσουμε απ’ το άγχος: θα ξαναβρεί, δε θα ξαναβρεί;!;! Στη Vallegrande μείναμε δυο μέρες κι ο επόμενος μας προορισμός ήταν η Cochabamba. Στο χάρτη είχαμε δει πως θα κινούμασταν πάνω στην Ruta Panamericana και τουλάχιστον 5 διαφορετικά άτομα μας είχαν διαβεβαιώσει πως όλη η διαδρομή ήταν ασφάλτινη!

Ποτέ δεν καταλάβαμε αν ήταν κάποιου είδους “καψόνι” ή απλή άγνοια, αλλά η διαδρομή απ’ τη Vallegrande μέχρι την Cochamamba, μόνο ασφάλτινη δεν ήταν! Σχετικά σύντομα από τη στιγμή που ξεκινήσαμε, η άσφαλτος εξαφανίστηκε και τη θέση της πήρε ένας κακός χωματόδρομος. Ίσως κάποτε να είχε πέσει άσφαλτος σ’ αυτόν τον δρόμο, αλλά τώρα πια μόνο να το υποπτευθεί μπορούσε κανείς. Μάλιστα, αυτά τα υπολείμματα ασφάλτου έκαναν ακόμη χειρότερη την κατάσταση, αφού σχημάτιζαν λακκούβες που έπρεπε να βρίσκουμε τρόπους ν’ αποφεύγουμε για να μη μείνει η εξάτμιση μας μέσα σε κάποια απ’ αυτές. Όταν λέω πως έπρεπε να βρούμε τρόπους ν’ αποφύγουμε τις λακκούβες, μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά το εννοώ….κι εξηγώ: ο δρόμος αυτός ήταν η κεντρική σύνδεση μεταξύ της πόλης Santa Cruz και της Cochabamba και είχε πολλή κίνηση. Φορτηγά και λεωφορεία περνούσαν κι από τις δύο κατευθύνσεις και λόγω της μάλλον ανύπαρκτης οδικής παιδείας των Βολιβιανών, οι πολλοί ελιγμοί εκ μέρους μας θα ήταν μάλλον απόφαση αυτοκτονίας. Η εξάτμιση δυστυχώς δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε…μετά από τα τόσα κοπανήματα, μάλλον είχε κατέβει λίγο πιο χαμηλά και αυτό όποιος “ξέρει από βέσπα”, καταλαβαίνει πως δεν είναι καλό. Ούτως ή άλλως η βέσπα είναι χαμηλή, οπότε με μια εξάτμιση να κρέμεται ακόμη πιο χαμηλά από συνήθως, το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να περνάμε όσο πιο ομαλά γίνεται πάνω στον ανώμαλο αυτόν δρόμο.

Το τοπίο κατά τη διαδρομή, ήταν πραγματικά όμορφο, μέχρι που…το χάσαμε! Σα να μη μας έφταναν όλες οι δυσκολίες: χωματόδρομος, φορτηγά, λακκούβες, γελάδια, υψόμετρο, προστέθηκε τώρα και η ομίχλη! Μπόλικη ομίχλη, να την κόβεις με το μαχαίρι και τα υπερ-φώτα της βέσπας δε βοηθούσαν και πολύ! Η λύση γνωστή και δοκιμασμένη: περπάτημα. Το φίλτρο αέρα δεν μπορούσαμε να το βγάλουμε στο χωματόδρομο, οπότε μερικά χιλιόμετρα τα έκανα με τα πόδια. Καθόλου ευχάριστο, αφού μέσα στην ομίχλη ούτε έβλεπα, ούτε μ’ έβλεπαν και κάθε φορά που περνούσε φορτηγό, μόνο που δε σκαρφάλωνα σε δέντρα για να γλιτώσω. Χώρια που μέσα στη θολούρα δε μπορούσα ν’ αντιληφθώ την απόσταση, ούτε να προσανατολιστώ και κάποια στιγμή που ο Στέργιος είχε απομακρυνθεί κάμποσο, σκέφτηκα “Αυτό ήταν, μ’ εγκατέλειψε…μπουχουου!”. Κάπως έτσι λοιπόν (και μετά από τη διαβεβαίωση πως δε θα μ’ εγκατέλειπε – εντάξει, ξέρω πως ήμουν υπερβολική!), φτάσαμε σε κάποιον οικισμό. Προμηθευτήκαμε γι’ ακόμη μια φορά “σπιτικά” καύσιμα από μια γυναίκα σ’ ένα καλυβάκι και ρωτήσαμε αν υπάρχει ξενώνας ή κάποιο μέρος να κατασκηνώσουμε (συχνά προμηθευόμασταν καύσιμα από σπίτια που είχαν μια μικρή ταμπελίτσα “Hay gasolina” – τα βενζινάδικα πολλές φορές ήταν δυσεύρετα, ενώ η “σπιτική” τιμή πάνω-κάτω ίδια με την επίσημη, αλλά χωρίς παρακάλια και “παρανομίες”). Η ευγενέστατη γυναίκα μας απάντησε πως καλύτερα να προχωρήσουμε άλλα λίγα χιλιόμετρα γιατί από εκεί που ήμαστε, άρχιζε η κατάβαση και πια δε θα έκανε τόσο κρύο. Τότε συνειδητοποιήσαμε πως το χωριουδάκι λεγόταν “Siberia” – Σιβηρία και τ’ όνομα που είχε ήταν απόλυτα ακριβές!

Δεν είχε άδικο. Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, τα πράγματα άρχισαν να ξεκαθαρίζουν. Η ομίχλη έμεινε να τυλίγει το χωριό “Siberia” κι εμείς μπήκαμε σ’ ένα μάλλον τροπικό δάσος. Υγρασία, λάσπη και σύννεφα έκαναν το τοπίο μουντό και κάπως ανατριχιαστικό. Δε μπορώ να πω όμως πως δε μου άρεσε. Στον επόμενο οικισμό ξαναρωτήσαμε για ξενώνα, αλλά και πάλι δε βρήκαμε άκρη, οπότε το ελεύθερο κάμπινγκ ήταν πια μονόδρομος. Βέβαια, και στους δυο μας είχε λείψει μια νύχτα στη φύση, αφού στη Βολιβία τα καταλύματα ήταν τόσο φτηνά που αποτελούσαν πειρασμό – 2ευρώ για διαμονή σε ξενώνα δεν το λες και πολύ ασύμφορο! Απομακρυνθήκαμε λοιπόν απ’ τον οικισμό και βρήκαμε ένα όμορφο μέρος στην κορυφή μιας καταπράσινης πλαγιάς για να στήσουμε τη σκηνή μας. Λίγο αφού ξεκινήσαμε το ξεφόρτωμα της βέσπας, συμπτωματικά ήρθε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Βέβαια, ζητήσαμε την άδειά του για να μείνουμε εκεί και χωρίς δισταγμό και προβληματισμούς μας απάντησε θετικά. Όλα κύλησαν όμορφα εκείνο το βράδυ: μαγείρεμα, νυχτερινή φωτογράφιση και ύπνος με μοναδική παρέα νυχτοπούλια…ευτυχώς τα γελάδια κοιμήθηκαν νωρίς!

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για την Cochabamba. Μεγάλη πόλη, γνωστή σ’ εμάς για τον σκληρό αγώνα των κατοίκων της ενάντια στις ιδιωτικές εταιρίες ύδρευσης. Δεν είχαμε πολλή όρεξη γι’ αστικό τουρισμό, αλλά αποφασίσαμε να τη δούμε. Τελικά, ο συνολικός χρόνος που μείναμε στην πόλη ήταν περίπου 20 ώρες, με τις 2 απ’ αυτές να προσπαθούμε να μπούμε στο κέντρο, τις 3 να παλεύουμε να βρούμε φτηνό κατάλυμα και τις άλλες 2,5 να πασχίζουμε να βγούμε απ’ αυτήν! Το μποτιλιάρισμα στην κεντρική οδική αρτηρία που οδηγούσε στο κέντρο της πόλης, οφειλόταν σε μια υπαίθρια αυτοσχέδια αγορά! Ήμαστε στη Βολιβία, τη χώρα των εκπλήξεων…ευχάριστων ή δυσάρεστων! Οι ντόπιοι οδηγοί και οι επιβάτες των ΜΜΜ φαίνονταν ενοχλημένοι, αλλά φυσικά όχι έκπληκτοι. Εμείς έπρεπε να συνηθίσουμε στους ρυθμούς της χώρας, όχι ν’ απαιτούμε να αλλαχτούν! Έτσι λοιπόν, κάναμε τις προσπάθειες προσαρμογής μας: επιθετική οδήγηση (με την αμυντική δεν επιβιώνεις, αφού κανείς δεν την περιμένει!), παρανομιούλες στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και κορνάρισμα – πολύ κορνάρισμα! Επόμενο βήμα, η εύρεση καταλύματος. Δύσκολα τα πράματα κι εδώ. Η πόλη ήταν μεγάλη, η περιοχή με τα ξενοδοχεία για Δυτικούς ήταν τσιμπημένη για τα δεδομένα μας και η περιοχή με τα φτηνά καταλύματα, δυστυχώς άφαντη. Όταν πια άρχισε να νυχτώνει, ήμαστε τόσο κουρασμένοι που απλώς δεχτήκαμε την ήττα: μείναμε στο λιγότερο ακριβό μέρος που βρήκαμε, το οποίο δυστυχώς δεν άξιζε τα 25ευρώ(!) που πληρώσαμε.

Χωρίς να χρειαστεί να το συζητήσουμε, η απόφαση είχε παρθεί: την επόμενη μέρα, το νωρίτερο δυνατό, θα τα μαζεύαμε κι όπου φύγει-φύγει. Φυσικά κι αυτό έγινε με τεράστια δυσκολία! Εν αγνοία μας, είχαμε πέσει πάνω στη σημαντικότερη θρησκευτική γιορτή της πόλης! Πάλι στρατοί, παρελάσεις, μπάντες, εμβατήρια, πανηγύρια, χοροί, κλειστοί δρόμοι, κυκλοφοριακό χάος…Τελικά, έπρεπε ν’ αποδεχτούμε πως όλα αυτά θα μας συνόδευαν έως και την τελευταία μας μέρα στη Βολιβία, κυριολεκτικά! Ως συνήθως, η κεντρική αρτηρία που έβγαινε απ’ την πόλη ήταν κλειστή κι εννοείται πως δεν υπήρχε η παραμικρή σήμανση για τις εναλλακτικές εξόδους. Χρειαστήκαμε γύρω στις 2,5 ώρες για να καταφέρουμε να βγούμε από εκεί! Ο επόμενος μας προορισμός ήταν η La Paz και είχαμε υπολογίσει πως θα χρειαζόμασταν 2 μέρες για να φτάσουμε. Πια, ήμαστε προπονημένοι στο να μπαινοβγαίνουμε σε χαοτικές βολιβιάνικες μεγαλουπόλεις, τί άλλο θα μπορούσε να συμβεί;!

Οδηγώντας προς τη La Paz – σταθερά χωρίς φίλτρο, αλλά τουλάχιστον χωρίς να χρειαστεί ποδαρόδρομος – ανεβήκαμε ξανά στα 4.500 μέτρα. Ήταν 15αύγουστος και το να σκαρφαλώνουμε σε κατάλευκες απ’ το χιόνι βουνοκορυφές, ήταν αν μη τι άλλο, πρωτόγνωρο για μας. Κρυό, ανεμοδαρμένα χωριουδάκια κι αγέρωχα λάμα, συνέθεταν το τοπίο και πολύ μας άρεσε. Το βράδυ πριν φτάσουμε στη La Paz, μείναμε σ’ ένα μικρό χωριό πάνω στο δρόμο, το Caracollo. Το επόμενο πρωί, όταν ξεκινήσαμε για την καθιερωμένη αναζήτηση βενζίνης, έπρεπε να φανταστούμε πως η μέρα που ακολουθούσε θα ήταν δύσκολη. Στο χωριό, η “σπιτική” βενζίνη ήταν πανάκριβη και το μοναδικό βενζινάδικο δεν είχε παρά μόνο πετρέλαιο. Εκείνη τη στιγμή δεν ανησυχήσαμε και σκεφτήκαμε πως όντας πια κοντά στη La Paz, δε θα δυσκολευόμασταν να βρούμε καύσιμα. Κάπου εδώ, πλησίαζε η επόμενη μας έκπληξη: όχι λοιπόν, στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας, δεν υπήρχε βενζινάδικο! Σε κάθε χωριό άφηνα τον Στέργιο επί της εθνικής οδού, έπαιρνα το μπιτόνι ανά χείρας κι έψαχνα για βενζίνη, χωρίς ωστόσο καμία επιτυχία.

Με την ψυχή στο στόμα πλέον και με οδήγηση στο “οικονομικό” πρόγραμμα, φτάσαμε σ’ ένα μεγαλύτερο χωριό όπου υπήρχαν βενζινάδικα. Το πρώτο κλειστό, στο δεύτερο αρνήθηκαν να μας πουλήσουν προτείνοντάς μας να πάμε στο τρίτο. Εκεί, με τον κλασσικό πλέον τρόπο (το μπιτόνι αγκαλιά και τη βέσπα αφημένη 100 μέτρα μακρύτερα), επιχείρησα ν’ αγοράσω βενζίνη. Ο υπάλληλος αυτή τη φορά, μου έδωσε μιαν άλλη απάντηση αφού αρχικά αρνήθηκε να μου πουλήσει βενζίνη: θα μου έδινε μόνο 5 λίτρα τα οποία θα πλήρωνα με μια απροσδιόριστη τιμή που δεν ήταν ούτε αυτή που πληρώνουν οι ντόπιοι, ούτε η “διεθνής”. Άλλη επιλογή δεν υπήρχε, πήρα τα 5 λίτρα μου κι αφού τα αδειάσαμε στο ρεζερβουάρ, πήρε αυτή τη φορά ο Στέργιος αγκαλιά το μπιτόνι και ξαναπήγε για τα επόμενα 5 λίτρα. Κάπως έτσι, καταφέραμε να γεμίσουμε και να συνεχίσουμε για τη La Paz, αφού τον έβαλα να μου υποσχεθεί πως δε θα ξαναπερνούσα το μαρτύριο της βενζίνης!

Η La Paz μας επιφύλασσε άλλη έκπληξη που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουμε με οδηγική γενναιότητα! Φυσικά και μπαίνοντας στην πόλη υπήρχε ένα τεράστιο υπαίθριο παζάρι που δημιουργούσε ατέλειωτη ουρά, σκόνη και κορναρίσματα, φυσικά κι έπρεπε να περάσουμε πρώτα απ’ το El Alto, τα φτωχά προάστια της πόλης με τεράστιες λακκούβες και χαοτική κυκλοφορία, φυσικά και χαθήκαμε, οπότε βρήκαμε μια τελείως απρόβλεπτη κάθοδο προς τη La Paz που έχει 500 μέτρα υψομετρική διαφορά απ’ το El Alto…Τελικά όμως, τα καταφέραμε! Βρήκαμε και φτηνό κατάλυμα, ήταν και δίπλα στο κέντρο, ανακαλύψαμε σύντομα και τις καλύτερες επιλογές για “street food”! Τί άλλο ζητήσει κανείς;! Στη La Paz δε μείναμε παρά μόνο 4 μερούλες, αλλά ήταν αρκετές για να διακρίνουμε τη μοναδικότητά της. Η La Paz είναι ασφυκτικά περιστοιχισμένη από λόφους που η κλίση των πλαγιών τους είναι αρκετά απότομη. Πάνω σ’ αυτές τις πλαγιές λοιπόν, “κρέμεται” το El Alto, οι φτωχότερες γειτονιές που δημιουργήθηκαν σταδιακά, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι κατέφθαναν στην πρωτεύουσα προς εύρεση εργασίας. Είναι τόσο πυκνοκατοικημένες, που όσο και να ψάχνει κανείς με το βλέμμα, είναι αδύνατο να βρει ένα κενό μεταξύ των κοκκινοκαφέ – στο χρώμα των τούβλων – σπιτιών τους. Το βράδυ δε, το θέαμα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν βρεθεί κανείς στη La Paz και γυρίσει τα μάτια του προς τα πάνω. Τα χιλιάδες φώτα που ανάβουν στο El Alto, φέγγουν στις πλαγιές και το θέαμα είναι τόσο μοναδικό – έμοιαζε σα γιορτινός στολισμός!

Οι λίγες μέρες που μείναμε στη La Paz πέρασαν με φωτογραφικές και γαστρονομικές βόλτες στο κέντρο της πόλης. Νομίζω πως απ’ όλα όσα είδαμε εκεί, δύο χαρακτηριστικά θα θυμόμαστε: το ασύλληπτο κυκλοφοριακό χάος με τα ασταμάτητα κορναρίσματα – που επιδεινωνόταν από μερικές χιλιάδες από βανάκια που αποτελούσαν τον βασικό τρόπο μαζικής μετακίνησης στην πόλη και φυσικά, την κυρία που δυο τετράγωνα πιο κάτω απ’ το ξενοδοχείο μας ,πουλούσε τα καλύτερα salteñas – τηγανιτά πιτάκια με κρέας ή κοτόπουλο ή αυγό – που είχαμε φάει ως τότε! Από τη στιγμή που “κατεβήκαμε” στη La Paz, η σκέψη του πώς θ’ ανέβουμε μας απασχολούσε αρκετά. Η βέσπα δε θα μπορούσε με τίποτα ν’ ανέβει φορτωμένη τον δρόμο που κατεβήκαμε φτάνοντας, οπότε είχαμε ξεκινήσει να καταστρώνουμε σχέδια για το τί θα κάνουμε. Όπως αναμενόταν, σε περίπτωση μη ανάβασης εγώ θα φορτωνόμουν 2-3 βαλίτσες και θα πήγαινα μέχρι το τέλος της ανηφόρας με κάποιο βανάκι ή ταξί ή ό,τι τελοσπάντων βρίσκαμε εύκαιρο. Το καλό όμως ήταν πως τίποτε απ’ αυτά δε χρειάστηκε να κάνω. Ο περιφερειακός δρόμος από τον οποίο φύγαμε δεν είχε πολύ απότομη κλίση και σε συνδυασμό με το ότι φύγαμε νωρίς το πρωί, πριν ξεκινήσει η κίνηση, όλα πήγαν καλά!

Η έξοδός μας από τη La Paz – όπως κι από κάθε άλλη πόλη της Βολιβίας – δεν έμελλε να είναι ούτε βαρετή, ούτε αδιάφορη…Η πρώτη κι εντυπωσιακότερη έκπληξη ήταν και η πιο δυσάρεστη συνάμα: Κατεβάζαμε τα πράγματα από το ξενοδοχείο για να τα φορτώσουμε στη βέσπα. Μία-μία, αφήναμε τις βαλίτσες στον ημιώροφο για να μην κλείνουν την είσοδο. Όταν σήκωσα λοιπόν μια βαλίτσα για να την κατεβάσω στον Στέργιο που τις φόρτωνε, κάτι δυσάρεστο “μυρίστηκα”…και δε μιλάω μεταφορικά! Ναι, μέσα στο ημίφως είχαμε ακουμπήσει τη βαλίτσα πάνω σ’ έναν μικρό λόφο από…αυτό που φαντάζεστε! Αηδία! Μα πώς να υποψιαστούμε πως κάποιος θα μπει μέσα σ’ ένα κτήριο και θα κάνει κάτι τέτοιο;! Τουαλέτες υπάρχουν παντού! Με μια αίσθηση απόλυτης αηδίας ξεκινήσαμε την επιχείρηση “καθαριότητα”, αλλά δε θα δώσω καμία άλλη λεπτομέρεια σε μια από τις σιχαμερότερες στιγμές του ταξιδιού. Με φρεσκοπλυμένη κι απολυμασμένη βαλίτσα πήραμε τον ανήφορο. Είχαμε φουλάρει και βενζίνη με τη βοήθεια του υπαλλήλου του ξενοδοχείου, γιατί σ’ εμάς δεν ήθελαν να πουλήσουν, είχαμε βγάλει και το φίλτρο απ’ τη βέσπα για να πάρει τη φόρα της! Σε λίγη ώρα είχαμε ανέβει απ’ τη La Paz στο El Alto, όπου, όπως ήταν αναμενόμενο, κολλήσαμε. Αυτή τη φορά έφταιγε ένας συνδυασμός από οδικά έργα, χιλιάδες βανάκια με οδηγούς που έδιναν καινούρια σημασία στη λέξη “μανιακός” και φυσικά, μια ακόμη υπαίθρια αγορά! Όταν αργότερα διαβάσαμε σε κάποιο ταξιδιωτικό μπλογκ ν’ αποκαλούν το El Alto “Μόρντορ” (απ’ τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών), συμφωνήσαμε πως ήταν ο πιο εύστοχος χαρακτηρισμός γι’ αυτό το χάος από σκόνη, κόσμο, οχήματα, “καταστήματα” που ξεπηδούν στη μέση του δρόμου κι άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής!

Το πέρασμά μας από τη Βολιβία έφτανε στο τέλος του. Ο επόμενος μας προορισμός ήταν κι ο τελευταίος στην υπέροχη χώρα και ήδη είχαμε αρχίσει κάπως να στενοχωριόμαστε που θα την αφήναμε πίσω. Αφού καταφέραμε και βγήκαμε σώοι κι απ’ τη La Paz, η υπόλοιπη διαδρομή ως την μικρή πόλη Copacabana ήταν πανεύκολη και πολύ ευχάριστη. Η Copacabana βρίσκεται στην όχθη της λίμνης Titicaca κι αποτελεί τουριστικό θέρετρο για ξένους και ντόπιους ταξιδιώτες. Για κάποια χιλιόμετρα οδηγούσαμε παράλληλα με τη λίμνη κι αυτό έκανε τη διαδρομή πολύ ενδιαφέρουσα. Η Titicaca, είναι τόσο μεγάλη που σε κάποια σημεία της μοιάζει με θάλασσα, αφού η απέναντι όχθη της δεν είναι ορατή. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο ο δρόμος τελείωνε απότομα στη λίμνη κι ο μοναδικός τρόπος να συνεχίσει κανείς, ήταν να επιβιβαστεί μαζί με το όχημά του σε σκάφη-σχεδίες που έκαναν το δρομολόγιο ως την απέναντι πλευρά.

Χωρίς κανένα απρόοπτο στον δρόμο, φτάσαμε στην Copacabana. Έχοντας διαβάσει πως πρόκειται για τουριστικό θέρετρο, περιμέναμε πολύ κόσμο, μέτρια εξυπηρέτηση και “φουσκωμένες” τιμές. Τίποτα απ’ αυτά όμως δε βρήκαμε εκεί. Αντ’ αυτού, συναντήσαμε ένα γραφικό χωριό με αρκετές επιλογές για όλα τα βαλάντια. Σκεφτήκαμε πως ίσως να ήταν καλή ιδέα να μείνουμε μια βδομαδούλα πριν συνεχίσουμε για το Περού. Η μια βδομαδούλα τελικά έγινε τρεις βδομαδούλες κι όταν επιτέλους αποφασίσαμε να φύγουμε, η ιδιοκτήτρια κι ο υπάλληλος του χόστελ μας έλεγαν πόσο πολύ θα τους λείψουμε! Η Copacabana ήταν το ιδανικό περιβάλλον για ξεκούραση κι ανασυγκρότηση. Το χόστελ που μείναμε ήταν ήσυχο και οι μέρες μας εκεί πέρασαν με μοναδική έγνοια το τί καινούριο θα σκαρφιστεί ο κατά τ’ άλλα συμπαθέστατος υπάλληλος: κάθε μέρα καλημεριζόμασταν με χαμόγελο κι ευγένεια, αλλά πάντα του άρεσε να μας κάνει κάποιο αστειάκι, βάζοντας το κεφάλι του μέσα στο δωμάτιό μας από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην εσωτερική αυλή. Το αγαπημένο του αστείο ήταν να κοροϊδεύει το…αχεμ…μεγάλο μέτωπο το Στέργιου, λέγοντας πως το νερό της βροχής θα γλιστράει στο κεφάλι του ή πως κατά λάθος φύτρωσαν μαλλιά στο σαγόνι κι όχι στη σωστή θέση! Ακόμη και με κάποιον Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή του οποίου το όνομα μου διαφεύγει, τον παρομοίασε. Με τον Στέργιο καταλήξαμε πως η φαλάκρα και η γενειάδα είναι μάλλον σπάνιο θέαμα στη Βολιβία, αφού δεν ήταν πρώτη φορά η εμφάνισή του αποτελούσε αφορμή για χαμόγελα!

Στη Copacabana, υπάρχουν δυο δρόμοι που οδηγούν στη λίμνη. Ο ένας, με μαγαζιά με σουβενίρ και μπαρ-ρεστοράν με “Happy Hour” απευθύνεται στους τουρίστες κι ο άλλος με πιο “ταπεινά” ρεστοράν, υπαίθριους πάγκους με φαγητό και φυσικά καλύτερες τιμές, απευθύνεται στους ντόπιους και…σ’ εμάς! Αφού το γαστρεντερικό μας σύστημα είχε προσαρμοστεί στις τοπικές λιχουδιές, μπορούσαμε χωρίς ανησυχία να καταναλώσουμε – σχεδόν – ό,τι και οι ντόπιοι. Αυτό κάναμε και στην Copacabana, χωρίς καμία παρενέργεια! Η γαστρονομική έκπληξη της περιοχής ήταν οι πέστροφες! Στην όχθη της λίμνης, είναι μαζεμένα μαγαζάκια το ένα δίπλα στο άλλο που σερβίρουν φρέσκια πέστροφα μαγειρεμένη με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Μεσημεριανό εκεί και βραδινό σε κάποιον υπαίθριο πάγκο και ξανά το ίδιο και ξανά και ξανά μέχρι να βαρεθούμε…κι όμως δε βαρεθήκαμε! Ο καιρός ηλιόλουστος, η όχθη της λίμνης γεμάτη κόσμο. Βαρκάκια σε σχήμα κύκνου, γόνδολες κι άλλα σκάφη περίμεναν τους επισκέπτες να τα νοικιάσουν για μια βόλτα. Τί ωραία που ήταν στην Copacabana!

Τα σαββατοκύριακα τα πράγματα γινόντουσαν ακόμη πιο ενδιαφέροντα. Από τις γύρω περιοχές, ακόμη κι απ’ το γειτονικό Περού ερχόταν κόσμος για να προσκυνήσει στον καθεδρικό ναό της πόλης, την Virgen de Copacabana. Η συγκεκριμένη προστάτιδα μάλιστα, είχε και μια πολύ σαφή ειδικότητα: ήταν “ειδική” στα οχήματα! Κάθε σαββατοκύριακο λοιπόν, πλήθος κόσμου με τα οχήματά του στηνόταν σε μια ουρά δεκάδων μέτρων για να ευλογήσει ο υπεύθυνος ιερέας τον κάθε οδηγό και το αυτοκίνητο/φορτηγό/μηχανάκι του! Τα αυτοκίνητα ήταν καλογυαλισμένα και στολισμένα με λουλούδια, γιρλάντες και καπελάκια κι όταν έφτανε η σειρά τους, οι οδηγοί άνοιγαν το καπό κι ο ιερέας ράντιζε τον κινητήρα με αγιασμό. Στη συνέχεια, σειρά είχαν οι αναμνηστικές φωτογραφίες και το “λούσιμο” του κινητήρα με φτηνό αφρώδες κρασί, ό,τι πιο κοντινό σε σαμπάνια! Όλοι οι οδηγοί με τα φρεσκο-αγιασμένα οχήματά τους κατέληγαν για μεσημεριανό εορταστικό γεύμα σε κάποιο απ’ τα μαγαζάκια στη λίμνη! Η Copacabana, ήταν το ιδανικό “κλείσιμο” στο πέρασμά μας απ’ τη Βολιβία, απ’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη και συναρπαστική χώρα με όλα εκείνα τα απρόβλεπτα, τις εκπλήξεις που έκαναν το ταξίδι μας μια ξεχωριστή εμπειρία!

Ακόμη και την τελευταία μας μέρα εκεί, η Βολιβία μας κράταγε μια έκπληξη! Αφού αποχαιρετίσαμε την ιδιοκτήτρια και τον υπάλληλο του ξενοδοχείου, βάλαμε βενζίνη – με “διεθνή” δυστυχώς τιμή αυτή τη φορά (που ήταν η μοναδική όμως!) και κατευθυνθήκαμε προς τα σύνορα με το Περού, που απείχαν ελάχιστα χιλιόμετρα. Η ιδιοκτήτρια του χόστελ μας είχε προειδοποιήσει για κάποια γιορτή στα σύνορα και μας είχε πει πως θα έχει κόσμο και πως καλύτερα να φύγουμε εκείνη τη μέρα παρά την επόμενη, που κορυφώνονται οι εορτασμοί. Σίγουροι αυτή τη φορά πως πρόκειται για υπερβολές – μα πως ήταν δυνατόν να κλείσουν διεθνή σύνορα εξ’ αιτίας ενός πανηγυριού;! – συνεχίσαμε ακάθεκτοι. Μα, φυσικά και θα έκλειναν τα σύνορα! Ή μάλλον θα ήταν ανοιχτά, αλλά τα οχήματα που ήθελαν να περάσουν δε θα τα κατάφερναν, αφού ο δρόμος ήταν αποκλεισμένος από – τί άλλο; – μικροπωλητές με την πραμάτεια τους σε ατέλειωτους πάγκους, χιλιάδες κόσμου να περπατούν, αυτοσχέδιους πάγκους – ρεστοράν κτλκτλ…Ευτυχώς, η βέσπα ελίσσεται κι έτσι μάλλον είχαμε το μοναδικό όχημα που κατάφερε να περάσει τα σύνορα εκείνη τη μέρα. Ήμαστε πια στο Περού! Είχαμε αφήσει πίσω μας μια χώρα που θα μας μείνει αξέχαστη τόσο για τα υπέροχα τοπία της, όσο και για τους ανθρώπους της που, ενώ στην αρχή μοιάζουν “κλειστοί” κι απροσπέλαστοι, μετά από ένα χαμόγελο μπορεί να σου ανοίξουν την καρδιά τους. Αυτή ήταν η Βολιβία για μας, πλέον ήμαστε έτοιμοι να γνωρίσουμε ακόμη μια χώρα της Νότιας Αμερικής, το Περού – διάσημο για τον πολιτισμό των Ίνκα και για τη γαστρονομία του!

 
enjoy the ride 05
Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *