Βολιβία (μέρος Α)

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπαLeave a Comment

Ηφαιστειακές λίμνες και Ουγιούνι

Πρώτη φορά που θα ταξιδεύαμε ξεχωριστά με τον Στέργιο. Αυτός με το βεσπάκι, κουβαλώντας μόνο ό,τι θα του χρειαζόταν για να επιβιώσει στις τρομακτικές συνθήκες που θ’ αντιμετώπιζε στην περιοχή με τις ηφαιστειακές λίμνες στο Νότο της Βολιβίας – για μια διαδρομή εξαιρετικής δυσκολίας μας είχαν πει οι περισσότεροι, προσπαθώντας να μας αποτρέψουν να περάσουμε από ‘κει (χωρίς νερό, τροφή, βενζίνη και με ανύπαρκτους δρόμους*) – κι εγώ μόνη, χωρίς Στέργιο και βεσπάκι…όχι ακριβώς μόνη δηλαδή, αλλά με την παρέα 6 αγνώστων σ’ ένα 4×4 που θα μας οδηγούσε με ασφάλεια μετά από 3 μέρες στο Ουγιούνι. Οι 3 αυτές μέρες που ακολούθησαν, αποτέλεσαν μια απίστευτη εμπειρία και για τους δυο μας! Δεν ήταν οι συνθήκες που τελικά αποδείχτηκαν όχι και τόσο τρομακτικές (δεν είχαμε και πολλές αμφιβολίες για τις διάφορες υπερβολές που ακούγαμε), αλλά τα ασύλληπτης ομορφιάς τοπία που αντικρίσαμε! Βρισκόμασταν σε άλλον πλανήτη!

Πίσω στην εκκίνηση λοιπόν: είμαστε στο Σαν Πέδρο Δε Ατακάμα, ακόμη σκοτάδι μιας κι ο ήλιος δεν έχει κάνει την πρωινή του εμφάνιση κι εγώ γεμάτη άγχος (για την επιβίωση του Στέργιου – αν ξαναπιστέψω τις υπερβολές των διάφορων “ηρωικών” ταξιδιωτών, σας παρακαλώ, συνετίστε με!) επιβιβάζομαι στο βανάκι που θα οδηγήσει εμένα και το μικρό μου γκρουπάκι στα σύνορα με τη Βολιβία. Μετά από λίγη ώρα ήμαστε στα σύνορα. Έλεγχος διαβατηρίων, πρωινό γεύμα κι αναμονή για τον οδηγό μας και το 4×4 του. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Βολιβιανός οδηγός μας ήρθε κι επιβιβαστήκαμε στο 4x4, που ήταν ένα πολυτελές Lexus 4500 κυβικών, με δερμάτινα καθίσματα κι όλες τις ανέσεις. Κάτι σαν το βεσπάκι μας δηλαδή! Το γκρουπ μας αποτελούταν από 2 Αμερικανίδες, 1 Καναδό και 2 Άγγλους κι απ’ την πρώτη στιγμή που συστηθήκαμε, συνειδητοποίησα πως είμαι “the odd one out”, όπως λένε και στο χωριό μου! Δε φαινόταν να έχουμε πολλά κοινά κι αυτό όχι εξ’ αιτίας της ηλικίας τους (είχα γεννηθεί ίσως πάνω από μια 10ετία πριν απ’ αυτούς), αλλά λόγω της χαοτικής μας διαφοράς που φάνηκε σύντομα σε μικρά καθημερινά πραγματάκια. Για παράδειγμα το πόσο πολύ αλκοόλ μπορεί να πιει κάποιος ώστε να χαλάσει τη διάθεση μερικών αγνώστων γύρω του που δε φταίνε σε τίποτα!

Μετά από λίγα χιλιόμετρα μπαίναμε στο Εθνικό Πάρκο Εδουάρδο Αβαρόα, αλλά ήδη είχαμε τα πρώτα στοιχεία για το πόσο απόκοσμα θεάματα θα βλέπαμε σύντομα! Ήμαστε λίγο παραπάνω από τα 4000 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και τις επόμενες μέρες θα σκαρφαλώναμε πάνω από τα 5000! Το τοπίο ηφαιστειακό, άνυδρο, πετρώδες! Η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής προσαρμοσμένη στις δύσκολες συνθήκες: vicuňas – τα χαριτωμένα άγρια ξαδερφάκια των llamas, αλεπουδάκια με ολόπυκνο τρίχωμα και φλαμίνγκο, πολλά ροζ φλαμίνγκο! Η βλάστηση περιοριζόταν σε κάτι υποκίτρινα χορταράκια, τροφή για τα vicuňas και μερικούς θάμνους που οι ντόπιοι ξεραίνουν και χρησιμοποιούν ως προσάναμμα. Ο αέρας φτωχός σε οξυγόνο, έκανε την παραμικρή κίνηση κουραστική και μετά από λίγα βήματα, ασθμαίναμε σα να βρισκόμαστε για πρώτη φορά σε τμήμα αεροβικής γυμναστικής! Ευτυχώς, είχαμε κάπως αρχίσει να προσαρμοζόμαστε στην έλλειψη οξυγόνου και σταθήκαμε τυχεροί με την ασθένεια του υψομέτρου που, όπως μας έχουν περιγράψει, δεν είναι καθόλου ευχάριστη.

Την πρώτη μέρα θα την περνούσαμε βλέποντας κάποιες από τις λίμνες με τα πιο περίεργα χρώματα που μπορεί να φανταστεί κανείς: τη λευκή, την πράσινη και τη χρωματιστή λίμνη (Laguna Blanca, Laguna Verde, Laguna Colorada) και το βράδυ της ίδιας μέρας, θα το περνούσαμε σ’ ένα από τα καταφύγια της λίμνης Colorada. Θα βλέπαμε επίσης και μερικούς θερμοπίδακες, σημεία εκτόνωσης της ηφαιστειογενούς περιοχής στην οποία βρισκόμασταν. Ακόμη, θα μας δινόταν η ευκαιρία να κάνουμε μια βουτιά σε μια θερμή πηγή όπου, σε αντίθεση με τον παγωμένο αέρα, το ζεστό νεράκι θα μας ανακούφιζε από το κρύο. Αγωνιούσα να τραβήξω όσες περισσότερες φωτογραφίες γινόταν και ν’ απολαύσω το πρωτόγνωρο θέαμα. Την ίδια ώρα βέβαια, αναρωτιόμουν τί να κάνει άραγε ο Στέργιος κι αν θα καταφέρναμε να συναντηθούμε το βράδυ στο καταφύγιο. Οι συνταξιδιώτες μου αγωνιούσαν κυρίως για το αν θα μπορέσουν να βρουν αρκετό αλκοόλ για να συνοδεύσουν το δείπνο τους…

Η μέρα πέρασε χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω! Η ομορφιά του τοπίου μ’ άφησε άναυδη και νομίζω πως αδυνατώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να το περιγράψω. Η Laguna Blanca (λευκή) όμορφη κι ερημική, η Laguna Verde (πράσινη) μ’ ένα σμαραγδένιο υπέροχο χρώμα κι έναν ελαφρύ κυματισμό…αλλά το πραγματικά απόκοσμο θέαμα το αντικρίσαμε όταν πλησιάσαμε τη Laguna Colorada (χρωματιστή)! Το κόκκινο-καφέ του σιδήρου ή του αίματος χρώμα της, είναι μαγνήτης για κάθε βλέμμα. Δεκάδες από ροζ φλαμίνγκο χόρευαν ρυθμικά κι απόλυτα συντονισμένα στα νερά της και η άτυχη μοίρα μερικών από τα πιο αδύναμα που κείτονταν νεκρά στις όχθες της, θύμιζε πως η φύση εκτός από πανέμορφη, είναι κι αμείλικτη. Ο χειμώνας ήταν κοντά και ήδη είχε ξεκινήσει η μετανάστευση σε πιο θερμά κλίματα. Τα μικρά που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν αρκετά για να δυναμώσουν τα φτερά τους και τα γέρικα θα έμεναν πίσω…

Ένα διάλειμμα για βουτιά στα νερά των θερμών ηφαιστειακών πηγών ήταν ό,τι πρέπει – αν κι εγώ κατάφερα και ζέστανα μόνο τις παγωμένες μου πατούσες…η έλλειψη του κατάλληλου ενδύματος για βουτιές αποτέλεσε τροχοπέδη! Βέβαια, είχα την ευκαιρία να τραβήξω μερικές ακόμη φωτογραφίες και να πατήσω στις παγωμένες και γεμάτες βόρακα όχθες της παρακείμενης λίμνης. Οι θερμοπίδακες όπου πήγαμε μετά, ήταν θορυβώδεις, εντυπωσιακοί κι ολίγον τί βρωμεροί, αφού τα αέρια της γης είναι γεμάτα θειάφι κι άλλες οσμηρές ενώσεις! Μετά απ’ όλες αυτές τις καινούριες εμπειρίες, σειρά είχε το καταφύγιο στην όχθη της Laguna Colorada: δείπνο και ξεκούραση γιατί η επόμενη μέρα θα ξεκινούσε πολύ νωρίς. Το φαγητό στο καταφύγιο ήταν απλό, αλλά νοστιμότατο κι αποτελούταν από χορτόσουπα και μακαρονάδα καθώς επίσης κι από ένα ζεστό ρόφημα από φύλλα κόκας κι ακόμη ένα βότανο που φύεται στα βουνά της περιοχής. Στο καταφύγιο λοιπόν, δεν ήμαστε μόνοι. Εκτός από το 6μελές γκρουπάκι μας είχαν καταλύσει κάμποσα ακόμη 6μελή γκρουπάκια – στην πλειοψηφία τους αγγλόφωνα – που σύντομα ανακάλυψαν πως μπορούν να έχουν στη διάθεση τους αρκετό κρασί! Σε λίγη ώρα, έγινε σαφές πως δεν είναι πολύ έξυπνη ιδέα η κατανάλωση υπερβολικών ποσοτήτων αλκοόλ σε υψόμετρο πάνω από 4000 μέτρα. Όταν πλέον η κατάσταση έγινε ενοχλητική, αποσύρθηκα στον καταπαγωμένο κοιτώνα και κουκουλώθηκα κάτω από 5-6 ολόμαλλες κουβέρτες, το σλίπινγκ-μπαγκ μου κι ένα λάμα που περνούσε τυχαία και το πήρα αγκαλιά! Έβαλα και την αποκρυσταλλωμένη μύτη μου κάτω από τα σκεπάσματα και κοιμήθηκα μέχρι το επόμενο ξημέρωμα.

gray-quotation-marks-md Με τις εξής απορίες με πήρε ο ύπνος: Που στο καλό ήταν ο Στέργιος;! Έφτασε στη Laguna Colorada;! Είδε το “WORLDVESPA” που έγραψα στην άμμο στην όχθη της λίμνης;!

Ο Στέργιος λοιπόν ήταν μια χαρά και παραθέτω τα γεγονότα όπως μου τα διηγήθηκε ο ίδιος όταν πια είχαμε και οι δυο φτάσει στο Ουγιούνι και το πανηγυρίζαμε μ’ ένα ποτηράκι κρασί (αχεμ…ίσως με δύο-τρία). Ξεκίνησε από το Σαν Πέδρο καμιά ώρα μετά από ‘μένα και τράβηξε τον ανήφορο για τα σύνορα. Χωρίς δυσκολίες, πήρε την 30ήμερη βίζα του (90 δικαιούμαστε κανονικά – καταλάβαμε γιατί μας έδωσαν λιγότερες, όταν 1 μήνα μετά πήγαμε στην υπηρεσία μετανάστευσης του Ουγιούνι για επέκταση και μας ζήτησαν τελείως παράνομα 20BOB για να μας την κάνουν) κι ακόμη πιο εύκολα, πήρε και την άδεια κυκλοφορίας για τη βέσπα. Με μεγάλη του ανακούφιση έμαθε πως η τελωνειακή υπηρεσία, πλέον είναι ακριβώς πάνω στα σύνορα. Μέχρι πριν λίγο καιρό, βρισκόταν σκαρφαλωμένη στα 5000 μέτρα δίπλα σ’ ένα ορυχείο της περιοχής, ώστε να βολεύει την εταιρία κι όχι τους απλούς ταξιδιώτες. Το μόνο δυσάρεστο ήταν ο παντογνώστης υπάλληλος της υπηρεσίας διαβατηρίων που γελώντας ειρωνικά, διαβεβαίωνε τον Στέργιο πως: “Αυτό το πράμα, ούτε 30 χιλιόμετρα δε θα καταφέρει να κάνει σ’ αυτούς τους δρόμους”…

Με το σαγόνι ξεχασμένο ανοιχτό λόγω της απίστευτης ομορφιάς του τοπίου συνέχισε προς τις λίμνες. Ο δρόμος δύσκολος αλλά σε καμία περίπτωση αδιάβατος. Βέβαια, η διάβρωση από τον αέρα, την ανομβρία και τα οχήματα που περνούν, έκαναν το βεσπάκι να χοροπηδάει και να κουδουνίζει! Το GPS αποδείχτηκε χρήσιμο, αφού ο δρόμος προς τη Laguna Colorada ήταν “ίχνη από ρόδες στο χώμα”, ενώ ο δρόμος για το προαναφερθέν ορυχείο ήταν απλώς χωματόδρομος. Κάπως έτσι λοιπόν, βρέθηκε στο ορυχείο (ναι, σ’ αυτό που ήταν χαρούμενος που είχε αποφύγει, αφού το τελωνείο δεν ήταν πια εκεί!), λίγο πάνω από τα 5000 μέτρα κι αποφάσισε να είναι πιο προσεκτικός με τα “ίχνη από ρόδες στο χώμα”. Χοροπηδώντας και κουδουνίζοντας, κατάφερε την πρώτη μέρα να καλύψει την απόσταση των 180χμ και να φτάσει ως τη Laguna Colorada! Τί ωραία! Σύντομα θα μ’ έβρισκε στο καταφύγιο και θα περνούσαμε το βράδυ παρέα…αμ δε! Το καταφύγιο δεν ήταν ένα. Στην περιοχή υπήρχαν κάμποσα ακόμη και φυσικά κανείς από τους δυο μας δεν το ήξερε. Πήγε λοιπόν σε κάποια απ’ αυτά κι άρχισε να ρωτάει για μια Ελληνίδα ονόματι Αλεξάνδρα. Αφού συνειδητοποίησε πως μάλλον ήταν μάταιο να με βρει, δείπνησε με μια όχι μεθυσμένη παρέα, κουκουλώθηκε κι αυτός κάτω από 5-6 κουβέρτες και κοιμήθηκε.

Ξημέρωμα της δεύτερης μέρας και πριν ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του στον κόσμο μας, είχα ήδη σηκωθεί απ’ το κρεββάτι, είχα μαζέψει τα πράγματά μου και περίμενα ανυπόμονα να ξεκινήσει η μέρα. Τα λάμα ακόμη χουζούρευαν λίγο μακρύτερα απ’ το καταφύγιο και η παρέα μου δυστυχώς ροχάλιζε ακόμη χωρίς καμία πρόθεση να ξυπνήσει. Ο Εμετέριο, ο οδηγός μας, διακριτικά τους ξύπνησε κι αφού πήραμε το πρωινό μας, ξεκινήσαμε για το δεύτερο κομμάτι της διαδρομής μας στο Εθνικό Πάρκο Εδουάρδο Αβαρόα. Η παρέα μου υπέφερε από ένα βασανιστικό hangover που είχε δημιουργηθεί από τον συνδυασμό αλκοόλ και υψόμετρου κι από μέσα μου η φρασούλα “σας τα ‘λεγα εγώ” δεν έλεγε να σταματήσει να επαναλαμβάνεται. Δε θα ξαναπώ όμως τίποτα αρνητικό για τα παιδιά γιατί, αν εξαιρέσουμε το γεγονός πως διαφέραμε πολύ σε όλα, ήταν ευγενικά και μάλλον συμπαθητικά. Κι άλλες λίμνες, κι άλλα ηφαίστεια κι άλλα vicuňas, κι άλλα φλαμίνγκο…ούτε για μια στιγμή δε βαρέθηκα! Η Laguna Negra (μαύρη), απλωνόταν μπροστά μας κι από τις περιγραφές του Εμετέριο, του οδηγού μας, μας έγινε σαφές πως τα νερά της είναι πολύ επικίνδυνα! Μια βουτιά εκεί μέσα μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δερματικές αλλοιώσεις! Το “πέτρινο δέντρο” κι άλλοι βραχώδεις σχηματισμοί που έχουν σμιλευτεί από τον ασταμάτητο αέρα ήταν εξ’ ίσου ενδιαφέροντες, αλλά το εντυπωσιακότερο όλων ήταν η συνάντηση μ’ έναν σκονισμένο μουσάτο τύπο καβάλα σε μια βέσπα! Ναι, ήταν ο Στέργιος που, κάτασπρος απ’ τη σκόνη, συνέχιζε απτόητος την πορεία του! Του φώναξα απ’ το ανοιχτό παράθυρο του 4x4 κι αυτός δε μου έδωσε σημασία! Μετά από ακόμη λίγα ουρλιαχτά, χαιρέτισε χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος μου και μόνο όταν ο Εμετέριο τον προσπέρασε κι εγώ κρεμόμουν έξω απ’ το παράθυρο για να με δει, με κατάλαβε και σταμάτησε.

Στιγμές συγκίνησης ακολούθησαν κι αφού στέγνωσαν τα δάκρυα χαράς και δόθηκαν οι απαιτούμενες εξηγήσεις για το πού στο καλό ήμουν το προηγούμενο βράδυ, οι δρόμοι μας χώρισαν ξανά. Ο Στέργιος θ’ ακολουθούσε άλλη πορεία εκείνη τη μέρα και θα έβλεπε άλλες λίμνες κι άλλα φλαμίνγκο απ’ αυτά που θα έβλεπα εγώ. Πια δεν αγχωνόμουν για την τύχη του! Όλοι οι επισκέπτες της περιοχής μιλούσαν για τον μουστακαλή με τη βέσπα (το μουστάκι ήταν μια οφθαλμαπάτη που προέκυψε από την full-face που φορούσε κι έκρυβε τη γενειάδα), οπότε μάθαινα νέα του. Απ’ αυτά που μου είπε, διασκέδασε αρκετά όταν έφτασε στο μέρος με τις θερμές πηγές και πάρκαρε το όχημα ακριβώς δίπλα στα θηριώδη 4x4 που ήταν τα μοναδικά – όπως μας έλεγαν – που μπορούσαν να διασχίσουν την περιοχή. Σχεδόν όλοι όσοι ήταν εκεί έτρεξαν γεμάτοι περιέργεια να δουν “τί ‘ν’ τούτο”! Απ’ ό,τι κατάλαβα απ’ αυτά που μου είπε, η δεύτερη μέρα για το Στέργιο ήταν απείρως πιο ενδιαφέρουσα απ’ τη δική μου: ελεύθερη κατασκήνωση, φιλίες με αλεπουδίτσες, χορευτικές φιγούρες με φλαμίνγκο…

Ξύπνησε κι αυτός από τα μαύρα χαράματα κι ετοιμάστηκε να φύγει απ’ το καταφύγιο με το ποτήρι του γεμάτο νερό για το δρόμο…κρίμα που δεν είχε νεσκαφέ μαζί του, γιατί με τα παγάκια που σχεδόν αμέσως δημιουργήθηκαν στο ποτήρι, θα μπορούσε να φτιάξει το φραπεδάκι που τόσο λαχταρά σ’ όλο το ταξίδι και σχεδόν ποτέ δε μπορεί ν’ απολαύσει! Η διάβρωση του δρόμου γύρω από τη Laguna Colorada ήταν αρκετά ενοχλητική και η βέσπα χτυπιόταν και κουδούνιζε τόσο, που ήταν σίγουρος πως όλο και κάτι θα ξεβιδωθεί! Αφού συναντηθήκαμε, ο Στέργιος πήρε το δρόμο προς τις λίμνες Honda κι Hendionda, διάλεξε δηλαδή τη διαδρομή που μας είχαν πει πως είναι δυσκολότερη, ενώ ο οδηγός του γκρουπ με το οποίο ταξίδευα, διάλεξε μια άλλη διαδρομή που συνδύαζε μερικά από τ αξιοθέατα και των δυο βασικών διαδρομών που ακολουθούνται συνήθως. Αυτό δεν έγινε επειδή ο οδηγός μας ήταν μερακλής, αλλά επειδή οι 6 της ομάδας μας προερχόμασταν από διαφορετικά ταξιδιωτικά γραφεία που καθένα απ’ αυτά πρόσφερε άλλο εκδρομικό “πακέτο”. Για να μην πολυλογώ με τα των ταξιδιωτικών γραφείων, καταλήξαμε απλά να δεχτούμε πως δεν υπάρχει περίπτωση να καταφέρουμε να ξανασυναντηθούμε με τον Στέργιο, παρά μόνο στο Ουγιούνι.

Οι λίμνες Honda κι Hendionda προσέφεραν στον Στέργιο – εκτός από καταπληκτικά τοπία – μερικές πιο πριβέ συναντήσεις με την τοπική πανίδα! Μερικές δεκάδες από φλαμίνγκο έκαναν τις χορευτικές τους φιγούρες σε απόλυτη αρμονία μόνο γι’ αυτόν. Κάμποσα vicuñas βοσκούσαν αμέριμνα δίπλα του, ενώ μια αλεπουδίτσα τον πλησίασε τόσο που σκέφτηκε να την κάνει κατοικίδιό του! Η νύχτα που ακολούθησε, αποτέλεσε ακόμη μια πρωτόγνωρη εμπειρία γι’ αυτόν. Λίγο μετά τη λίμνη Honda, αποφάσισε να κατασκηνώσει. Το καταφύγιο που βρίσκεται εκεί κοντά είναι κάπως ακριβό, αλλά νομίζω πως ο λόγος που έμεινε στη σκηνή εκείνο το βράδυ ήταν τελείως διαφορετικός. Η εμπειρία του να βρίσκεσαι μόνος σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον δε συγκρίνεται με κανένα καταφύγιο…Ο αέρας ήταν δυνατός και καταπαγωμένος και χρειάστηκε να μαζέψει αρκετές πέτρες και να τις τοποθετήσει πάνω από κάθε πασσαλάκι της σκηνής. Όταν συναντηθήκαμε στο Ουγιούνι και μου έδειξε τα χέρια του που είχαν καταματώσει απ’ το κρύο, κατάλαβα πως τα πράγματα εκεί πάνω ήταν κάπως δύσκολα. Άλλωστε, ήταν το μοναδικό βράδυ που ενώ φορούσε όλα τα ρούχα που είχε μαζί του μέσα από τον υπνόσακο, ξύπνησε αρκετές φορές απ’ το κρύο!

Την ίδια ώρα, το γκρουπάκι μας βρισκόταν σε πιο ζεστές καταστάσεις. Είχαμε φτάσει στο χωριουδάκι Villa Candelaria και μόλις είχαμε καταλύσει σ’ έναν ξενώνα, που όπως και κάποιοι άλλοι στην περιοχή, ήταν χτισμένος εξ’ ολοκλήρου από αλάτι. Αυτό σήμαινε πως ήμαστε πολύ κοντά στη διάσημη Salar de Uyuni, την τεράστια έρημο από αλάτι την οποία θα επισκεπτόμασταν την επόμενη μέρα. Ο αλμυρός ξενώνας μας, ήταν παράξενος κι ενδιαφέρων! Ακόμη και τα κρεβάτια μας ήταν φτιαγμένα από αλάτι. Κι ενώ κανείς θα φανταζόταν πως θα τουρτουρίζαμε γι’ ακόμη μια φορά απ’ το κρύο, η σόμπα που η ιδιοκτήτρια άναψε, καθώς και η ζεστή σούπα που μας σέρβιρε, μας ζέσταναν αμέσως. Δείπνο, λίγο κρασί και γρήγορα για ύπνο γιατί την επόμενη μέρα θα ξυπνούσαμε πάλι πριν βγει ο ήλιος, ώστε να θαυμάσουμε την ανατολή από τη Salar!

Όντως, η θέα της ανατολής του ήλιου από τη Salar, μας αποζημίωσε και το βάρβαρο πρωινό ξύπνημα έδωσε τη θέση του σε μια ακόμη μέρα σ’ ένα θαυμάσιο και μοναδικό τοπίο! Το απόλυτο λευκό και το απόλυτο μπλε έπαιζαν με τις αισθήσεις μας! Απόλυτη ησυχία και κανένα ίχνος ζωής γύρω. Τα χρώματα τόσο έντονα κι αυστηρά που σ’ έκαναν ν’ ανοίγεις διάπλατα τα μάτια για να συνειδητοποιήσεις αν είναι αληθινά! Μετά, στο νησί! Το νησί Incahuasi που κάθε λάτρης των κάκτων θα ήθελε να κάνει δικό του. Κάκτοι, κάκτοι, κάκτοι παντού κι όταν φτάνεις στην κορυφή του, η θέα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αφού το φόντο πίσω από του κάκτους είναι το απόλυτο αλμυρό λευκό της Salar! Όμως, ήθελα να κρατήσω τον ενθουσιασμό μου για την επόμενη φορά που θα επισκεπτόμουν τη Salar, όχι μ’ ένα αδιάφορα γκρουπάκι σ’ ένα 4x4, αλλά πάνω στο βεσπάκι παρέα με τον Στέργιο. Αλήθεια, πού να βρισκόταν ο Στέργιος εκείνο το πρωί;

Ο Στέργιος λοιπόν, εκείνο το πρωί, φόρτωσε τη σκηνή στη βέσπα και ξεκίνησε για το Ουγιούνι. Το ραντεβού μας ήταν σ’ ένα χόστελ στη μικρή κωμόπολη όπου θα συναντιόμασταν όταν θα κατάφερνε να φτάσει (απ’ αυτά που είχαμε ακούσει, ήμαστε προετοιμασμένοι για πολλές περιπετειώδεις μέρες στα δύσβατα βουνά). Η μέρα του δεν είχε εκπλήξεις. Μόνο μια διαδρομή σε αρκετά άσχημους χωματόδρομους, μέχρι που βγήκε στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο Ουγιούνι. Εκείνος, δε θα περνούσε καθόλου απ’ τη Salar, αλλά θα έφτανε κατ’ ευθείαν στην πόλη. Ο δρόμος χωμάτινος όμως σε πολύ καλή κατάσταση, οπότε άνοιξε το γκάζι και το βεσπί έφτασε τα 80-90χμ/ω! Βέβαια, σε μερικά ύπουλα σημεία με σαθρό έδαφος, το τιμόνι έκανε κάτι κόνξες, αλλά πια τίποτα δεν το σταματούσε! Λίγες ώρες μετά κι αφού είχα αποχαιρετίσει το γκρουπάκι και τον ευγενέστατο οδηγό μας, βρισκόμουν στην κεντρική πλατεία του Ουγιούνι ψάχνοντας το χόστελ όπου θα έμενα. Λίγο πριν βρω το χόστελ όμως, βρήκα τον Στέργιο! Σύντομα, βρήκαμε κι ένα, άνετο ξενώνα κι αποφασίσαμε να μείνουμε λίγες μέρες στο Ουγιούνι, που ουσιαστικά ήταν το πρώτο κατοικημένο μέρος της Βολιβίας που συναντούσαμε. Από λίγες μέρες, καταλήξαμε να μείνουμε λίγες βδομάδες κι αυτό, όχι πάντα για ευχάριστους λόγους…

Η κωμόπολη του Ουγιούνι δεν ήταν μια τυπικά όμορφη κωμόπολη. Ή μάλλον, δεν ήταν καθόλου όμορφη, απλώς με τον καιρό τη συνηθίσαμε και νιώθοντας οικεία σ’ ένα μέρος, συχνά έχεις και την ψευδαίσθηση πως ομορφαίνει. Επίσης, όντας το πρώτο κατοικημένο μέρος της Βολιβίας που βλέπαμε, μας έκαναν εντύπωση τα πάντα! Η σκεπαστή αγορά με τις γυναίκες που πουλούσαν από κρέας και λαχανικά, έως έτοιμο φαγητό και συσκευασμένα προϊόντα, ή ακόμη κι ανθοδέσμες περίτεχνα στολισμένες, ήταν από τα μέρη που σαφώς και τράβηξαν την προσοχή μας. Το διάστημα που βρισκόμασταν εκεί, ήταν ο μήνας εορτασμών για την επέτειο της ίδρυσης της πόλης, οι οποίοι κορυφώθηκαν την 11/7 με μια παρέλαση όλων των σχολείων – κολεγίων – ομάδων – σωματείων – γειτονικών οικισμών κτλ κτλ…Αυτό εξηγούσε και γιατί κάθε μέρα από το πρωί ακουγόταν η μπάντα του στρατού να προβάρει εμβατήρια. Πολλά ακόμη ήταν αυτά που μας έκαναν εντύπωση: η ανοιχτή αγορά που οργανωνόταν κάθε Πέμπτη έξω απ’ την κλειστή αγορά, το Κυριακάτικο απογευματινό πανηγύρι με παιχνίδια, ξύλινα ποδοσφαιράκια, φλιπεράκια, λαχειοφόρους αγορές, μουσική και φαγητό, οι ψησταριές με παϊδάκια από λάμα και βέβαια, η ευγένεια της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων. Έχοντας καταφθάσει στη Βολιβία από μια χώρα ακριβή, όπως μας φάνηκε η Χιλή, νιώσαμε σα να βρεθήκαμε σ’ έναν παράδεισο από προσιτές τιμές. Τί να πρωτοδούμε και να πρωτοδοκιμάσουμε!

Λόγω αυτού του διλήμματος, καταλήξαμε στο να μη μπορούμε να φύγουμε απ’ το Ουγιούνι. Και δεν εννοώ επειδή θέλαμε να δοκιμάσουμε όλες τις βολιβιάνικες συνταγές, αλλά λόγω μερικών από τ’ αποτελέσματα αυτών των δοκιμών…Επιπρόσθετα, ο παγωμένος αέρας (η θερμοκρασία το βράδυ έπεφτε κάτω απ’ το 0 και στον ξενώνα ούτε λόγος για θέρμανση – πουθενά άλλωστε δε βρήκαμε θέρμανση) προκάλεσε ένα γερό κρυολόγημα σ’ εμένα κι ένα άσχημο “πιάσιμο” στην πλάτη του Στέργιου…τί άλλο…α, και μια λοίμωξη που επίσης με ταλαιπώρησε, ήρθε να προστεθεί στους λόγους που πρέπει να ήμαστε οι μοναδικοί ξένοι που έμειναν τόσο καιρό εκεί. Οι μικρές αυτές ατυχίες όμως, δε στάθηκαν ικανές να μετριάσουν την καλή εντύπωση που ήδη μας είχε κάνει η είσοδός μας στη Βολιβία. Ούτε καν ο υπάλληλος στο γραφείο μετανάστευσης που πήγαμε για να επεκτείνουμε τη βίζα μας και μας είπε πως πρέπει να πληρώσουμε 20BOB – ενώ γνωρίζαμε πως είναι δωρεάν – δεν κατάφερε να μας εκνευρίσει αρκετά!

Στο Ουγιούνι συνέβη ακόμη και μια απ’ τις πιο ευχάριστες συμπτώσεις: Κάποια μέρα που εγώ ήμουν στο κρεβάτι του πόνου, ο Στέργιος είχε βγει στην αγορά και γύρισε όχι μόνο με τα σαλατικά της μέρας, αλλά και μ’ έναν ακόμη ταξιδιώτη. Ήταν ο Λούκα, ο Ιταλός που ταξίδευε ανά τον κόσμο όπως κι εμείς, με μια Vespa TS 125 (ilgirodelmondoa80allora.com)! Δυο βέσπες που γυρνούν τον κόσμο, παρκαρισμένες σ’ ένα χόστελ κάπου στη Βολιβία…Φυσικά και ξέχασα τον πόνο μου, σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και το επόμενο 2ήμερο κύλησε με βεσποβόλτες, παϊδάκια από λάμα και μπόλικη μπύρα! Είναι ωραίο να γνωρίζεις ανθρώπους με τους οποίους να ‘χεις τόσα να πεις! Και δε μιλάω μόνο για τη βεσποκουβέντα, αλλά για τον τρόπο που ταξιδεύουμε, τους λόγους που ταξιδεύουμε, γι’ αυτά που μας κάνουν εντύπωση και γι’ αυτά που μας θυμώνουν…Δυστυχώς όμως, Ο Λούκα έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του γιατί είχε χρονική προθεσμία που έπρεπε να επιστρέψει στην Ιταλία. Έτσι, η γνωριμία μας έκλεισε με μια βόλτα στο νεκροταφείο τραίνων λίγο έξω απ’ το Ουγιούνι, όπου βγάλαμε κάμποσες φωτογραφίες και δόθηκε η ευκαιρία στους δυο βεσποταξιδιώτες ν’ ανταλλάξουν για λίγο βέσπες. Κάπου θα τον ξαναπετύχουμε τον Λούκα, σίγουρα!

Μετά από 3 βδομάδες, 2-3 τροφικές δηλητηριάσεις, ένα “νευροκαβαλίκεμα” – για να χρησιμοποιήσω και τον δόκιμο όρο – μια λοίμωξη, ένα κρυολόγημα, πολλά παϊδάκια από λάμα, λίγη μπυρίτσα, μια συλλογή από φωτογραφικά πορτραίτα Βολιβιανών…αναχωρήσαμε επιτέλους για τη Salar de Uyuni! Βέβαια, εγώ μια ιδέα από τη Salar την είχα πάρει μέσα από τα τζάμια του 4×4 που μ’ έφερε στο Ουγιούνι, αλλά δε θα δοκιμάσω καν να συγκρίνω την εμπειρία του να ταξιδεύεις πάνω σ’ αυτή την ολόλευκη μαγική επιφάνεια με μια βέσπα και του να βρίσκεσαι σ’ ένα ολόκλειστο όχημα μαζί με 6 αγνώστους. Ξεκινήσαμε λοιπόν με την πρόθεση να κατασκηνώσουμε εκεί το βράδυ και μ’ ένα μικρό άγχος για το αν θα φτάσουν τα ρούχα που είχαμε για να μας ζεστάνουν. Όσο πιο πολύ απομακρυνόμασταν από τα σημεία της Salar όπου πάνε οι περισσότεροι τουρίστες και βρισκόμασταν μόνοι απέναντι στο μοναδικό θέαμα, τόσο περισσότερο χαιρόμασταν που θα μέναμε εκεί τη νύχτα.

Περάσαμε απ’ το νησί Incahuasi (Isla Incahuasi) και φτάσαμε στο νησί Pescado (Isla del Pescado), που ενώ απέχει λίγα χιλιόμετρα, συνήθως δεν έχει καθόλου κόσμο. Στήσαμε τη σκηνή μας δίπλα στο νησί και καθίσαμε ν’ απολαύσουμε το τοπίο. Η μέρα (και η νύχτα) που περάσαμε στη Salar, αποδείχτηκε μια από τις πραγματικά αξέχαστες του ταξιδιού! Οι συνθήκες δε μπορούσαν να είναι καλύτερες: ο αέρας μας έκανε τη χάρη να κοπάσει, το κρύο μας έκανε τη χάρη να γλυκάνει, το φεγγάρι μας έκανε τη χάρη να μη βγει και να δώσει τη θέση του στ’ αμέτρητα αστέρια και οι τελευταίοι επισκέπτες του μέρους, πριν φύγουν, μας έκαναν τη χάρη να ‘χουν μαζέψει ένα σωρό ξυλάκια και πέτρες και να ‘χουν έτοιμα όσα χρειαζόμασταν για ν’ ανάψουμε μια φωτιά! Τί άλλο να ζητήσουμε! Οι φωτογραφίες που βγάλαμε εκείνη τη νύχτα, όσο εντυπωσιακές κι αν είναι, μόνο σε μικρό ποσοστό μπορούν ν’ απεικονίσουν την ομορφιά του τοπίου…Το επόμενο πρωί, δεν αντισταθήκαμε στον πειρασμό: πήγαμε στη μέση της Salar κι αρχίσαμε τα φωτογραφικά παιχνίδια προοπτικής μ’ εμάς και τη βέσπα, που όσο τετριμμένα και να είναι, το αποτέλεσμα παραμένει διασκεδαστικό!

Αφού σκεφτήκαμε σοβαρά το ενδεχόμενο να περάσουμε άλλη μια μέρα στη Salar, τελικά αποφασίσαμε ν’ αναχωρήσουμε με κατεύθυνση το Ποτοσί. Στις ειδήσεις του τελευταίου μήνα μιλούσαν για μαζικές απεργίες στην περιοχή του Ποτοσί. διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, μπλόκα στους δρόμους και βία…Ήμαστε σίγουροι πως θα καταφέρουμε να περάσουμε. Ποιος θα έλεγε όχι σε δυο σκονισμένους ταξιδιώτες πάνω σ’ ένα ταλαιπωρημένο μηχανάκι;!

* Οι περισσότερες τρομακτικές ιστορίες που είχαμε ακούσει γι’ αυτήν τη διαδρομή, αποδείχτηκαν υπερβολικές, άλλες πάλι πιο κοντά στην πραγματικότητα που εμείς ζήσαμε. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα άρθρο που γράψαμε για “τους μύθους και τις πραγματικότητες” της συγκεκριμένης διαδρομής.

enjoy the ride 04
Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *