Νότια Αφρική (μέρος Β)

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπαLeave a Comment

 Μετά από ένα μοναδικό πενθήμερο στο Λεσότο, είχε έρθει δυστυχώς η ώρα να ξαναγυρίσουμε στην Ν.Α. Ακόμα και η έξοδος όμως απ’ τη μικρή ορεινή χώρα, θεωρείται μοναδική και πολύ εντυπωσιακή, αφού πρέπει πρώτα να περάσεις από το περίφημο Sani Pass στα βουνά του Δράκου (Drakensberg), ένα όχι και τόσο δύσκολο, αλλά αρκετά εντυπωσιακό ορεινό πέρασμα στα νότια της χώρας, το οποίο είναι και το ιδανικότερο (ή χειρότερο) κλείσιμο (ή ξεκίνημα) για το Λεσότο (αναλόγως με ποια φορά κινείσαι). Το Sani Pass αποτέλεσε ίσως και τον καταλύτη που με βοήθησε ν’ αποφασίσω πως θέλω να δω το Λεσότο. Όλες αυτές οι μοναδικές περιγραφές των Νοτιοαφρικάνων και οι προτροπές τους πως δεν έπρεπε με τίποτα να το χάσω, την έκαναν τη δουλίτσα τους. Η απόφαση όμως πάρθηκε – όπως πάντα – μόνον όταν στ’ αυτιά μου ήχησε η φράση κλειδί: «Δεν μπορείς με τίποτα να το περάσεις με μια Vespa, πόσο μάλλον δικάβαλος και φορτωμένος».

 Από το προηγούμενο κιόλας βράδυ, αρχίσαμε με την Αλεξάνδρα να μαζεύουμε τα συμπράγκαλά μας και να τα φορτώνουμε στο εργαλείο. Όπως καταλάβαμε την ημέρα της κατάβασης, τα σχόλια περί ομορφιάς και μοναδικότητας κτλ, ήταν όντως εύστοχα, αλλά χάνονταν μπροστά στην ασύγκριτα μεγαλύτερη ομορφιά όλου του υπόλοιπου Λεσότο. Θα έλεγα πως το να πας στο Sani Pass και να μην αφιερώσεις τουλάχιστον άλλες πέντε μερούλες για μια μικρή βόλτα στο Λεσότο, είναι σαν να είσαι μπροστά σε μια πηγή πεντακάθαρου, κρυστάλλινου νερού, κι αντί να φορτώσεις δυο – τρεις νταμιτζάνες να έχεις για καβάτζα, εσύ να πιεις μονάχα ένα σφηνάκι! Όσο για την κατάβαση την ίδια και για τη δυσκολία της, θα έλεγα πως δυσκολίες απλώς…δεν υφίστανται. Φυσικά το ανέβασμα στα 2.876 μέτρα είναι κάτι ελαφρώς πιο μπελαλίδικο, αφού δεν έχεις σύμμαχό σου τη βαρύτητα και θα ξοδέψεις πολύ περισσότερη βενζίνη, γκαζώνοντας για να τ’ ανέβεις (το μεγαλύτερο κομμάτι το κατεβήκαμε με σβηστό κινητήρα για να καταλάβετε). Τώρα για όλες αυτές τις τόσο ανατριχιαστικές περιγραφές, για τις προειδοποιήσεις που δεχτήκαμε από πολλούς, πως δεν πρόκειται να τα καταφέρουμε, πως με τίποτα δεν θα μπορέσουμε να διασχίσουμε όλα αυτά τα ποτάμια, τα βουνά και τα λαγκάδια τι να πω πάλι (κάτι από την τρομοκρατική προεκλογική εκστρατεία της Ν.Δ. μου θύμισε όλο αυτό): Εμείς πάντως το μεγαλύτερο ποτάμι που διασχίσαμε, δεν παίζει να ‘ταν βαθύτερο από…ένα (1) εκατοστό. Μιλάμε για εξτρίμ καταστάσεις όπως καταλαβαίνετε! Όπως συνήθως λέω, μην ακούτε κανέναν – ούτε και τις δικές μου μαλακίες – αλλά πάντα “follow your heart”!

 Τσουλώντας με σβηστό κινητήρα στο φιδίσιο πέρασμα και μετά από μια μικρή ελεύθερη πτώση (όχι πτώση), ξαναμπήκαμε στη Νότια Αφρική. Εκεί, στο συνοριακό σταθμό, μας περίμενε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Ενώ περιμέναμε πως και πως να πέσουν καινούργιες σφραγίδες στα διαβατήριά μας, δίνοντάς μας έτσι δικαίωμα παραμονής για άλλες ενενήντα ημέρες, η αστυνομία (δεν υπήρχε υπηρεσία αλλοδαπών) μας έριξε ένα – κατά τα άλλα ευγενέστατο – άκυρο, ενημερώνοντας μας πως αυτή η δουλειά γίνεται πλέον μόνο στα γραφεία “εσωτερικών υποθέσεων” της εκάστοτε πόλης. Δυστυχώς όσο κι αν κλαφτήκαμε, όσο κι αν παρακαλέσαμε δεν καταφέραμε απολύτως τίποτα, αφού όπως φαίνεται οι αστυνομικοί απλά δεν είχαν πλέον την αρμοδιότητα να κάνουν το οτιδήποτε.

 Έχοντας κατέβει σε νορμάλ επιτέλους υψόμετρα, και κάνοντας μια διανυκτέρευση στο Howick, την επόμενη μέρα φτάσαμε στο Ντέρμπαν. Η διαδρομή θυμάμαι πως ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, αλλά αυτό που σίγουρα θα θυμάμαι πιο έντονα, είναι αυτή η ομίχλη που έκανε την οδήγηση αρκετά “ενδιαφέρουσα” για πάρα πολλά χιλιόμετρα, με την μέγιστη ταχύτητα να μην ξεπερνά τα 40 km/h. Για το Ντέρμπαν είχαμε κάνει τα κονέ μας προκαταβολικά, κι έτσι μας περίμενε από ένα κρεβατάκι κι ένα κεραμίδι για να βάλουμε το κεφάλι μας για τις δυο βραδιές που θα μέναμε εκεί. Ήταν το σπίτι του Γιόχαν, ενός Νοτιοαφρικάνου, με τον οποίο είχα συναντηθεί για πρώτη φορά στην πρωτεύουσα του Τόγκο, Λομέ, όπου και μέναμε στο ίδιο κάμπινγκ. Εκείνη την περίοδο εγώ ήμουν παρέα με τον Στίβεν (τον Γερμανό με το XT) κι εκείνος κατέβαινε με ένα Aprilia Caponord από Αγγλία, παρέα με τον Τσάρλι (έναν Άγγλο με KTM 990 ADV) και τον Φράνσις – ναι τον γνωστό Φράνσις – με το GS800, με τον οποίο συνταξίδεψα αργότερα.

 Το Ντέρμπαν ήταν μια ευχάριστη έκπληξη και σε αντίθεση με τη γνώμη των περισσοτέρων τουριστών στους οποίους δεν αρέσει και πολύ (αφού μπαίνουν στη διαδικασία να το συγκρίνουν με το Κέιπ Τάουν), σ’ εμάς άρεσε αρκετά, μιας και πρώτον δεν είχαμε δει το Κέιπ Τάουν, και δεύτερον γιατί το συγκρίναμε με τις δικές μας, τις ελληνικές πόλεις, οι οποίες πολύ θα θέλαμε να του μοιάζουν έστω και λίγο σε οργάνωση και καθαριότητα. Αν μπορούσαμε να βρούμε και τέσσερα πραγματάκια που μας έλειψαν – φραπέ, μπουγάτσα, ούζο και κάνα σουβλάκι – πέρα απ’ το καταπληκτικό ινδικό φαγητό, θα του δίναμε άριστα με τόνο (δοκιμάστε οπωσδήποτε “μπάνι τσάο” – “bunny chow”).  Το πλάνο μας πλέον, όπως καταλαβαίνετε είχε αλλάξει. Αφού το Λεσότο μας πήρε μόλις πέντε μέρες για να το διασχίσουμε (δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο το έχω μετανιώσει που δεν ξοδέψαμε 25 αντί για 5 μέρες), και αφού δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα με το εργαλείο παρόλο που το είχαμε φορτώσει σαν γαϊδούρι, είπαμε να προσπαθήσουμε το απόλυτο. Να φτάσουμε δηλαδή ως το Κέιπ Τάουν, να κάνουμε μια στάση λίγων ημερών, κι έπειτα να οδηγήσουμε απ’ τον συντομότερο δρόμο πίσω στο Γιοχάνεσμπουργκ. Τα χιλιόμετρα πολλά, ο χρόνος πολύ περιορισμένος (η Αλεξάνδρα πετούσε σε λίγες μέρες για Ελλάδα), ευτυχώς όμως το πρόβλημα της χιλιομετροφαγίας απ’ το οποίο πάσχει τα τελευταία χρόνια η Vespa, μας ξελάσπωσε γι’ άλλη μια φορά!

 Η απόσταση από το Ντέρμπαν ως το Κέιπ Τάουν καλύφθηκε σχετικά εύκολα και βαρετά θα έλεγα, αν εξαιρέσουμε πως μουλιάσαμε απ’ την βροχή που φάγαμε επί δύο μέρες. Η περιοχή θυμίζει περισσότερο Ευρώπη παρά Αφρική. Το ξέρω πως ίσως είναι λάθος να μπαίνω στη διαδικασία σύγκρισης της Ν.Α. με την κεντρική, δυτική και βόρεια Αφρική, αλλά απ’ την ώρα που πέρασα τα σύνορα Κονγκό – Ζάμπιας νιώθω πως το κεφάλαιο Αφρική έκλεισε για μένα. Εδώ όλα είναι προβλέψιμα, τακτοποιημένα, όμορφα – για τα δυτικά πρότυπα – μα το χειρότερο, τόσο αποστειρωμένα. Ξέρω πως πολλοί θα διαφωνήσουν, αλλά δυστυχώς έτσι νιώθω, και θεωρώ σωστό να το μοιραστώ μαζί σας. Ο αυτοκινητόδρομος παρόλα αυτά δεν είναι και πολύ ευρωπαϊκός, αλλά μάλλον περισσότερο ελληνοευρωπαϊκών στάνταρντς, με πάρα πολλή κίνηση κυρίως από μεγάλα φορτηγά, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση στο μεγαλύτερο μέρος του, δίχως διαχωριστικό διάζωμα, αλλά την ίδια στιγμή ΜΕ διόδια.

 Από το Ντέρμπαν λοιπόν πήραμε τον Ν2, περάσαμε από East London και Port Elisabeth (δυστυχώς δεν υπήρχε χρόνος να τα δούμε) και οδηγήσαμε ως το νοτιότερο σημείο της Αφρικής, το Cape Agulhas. Το μόνο άξιο αναφοράς από αυτό το κομμάτι του ταξιδιού μας, η μόνη συμβουλή αν θέλετε, είναι να τσεκάρετε καλά το που θα φάτε και που θα μείνετε εάν ταξιδέψετε κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Οι τιμές καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς κυμαίνονται σε νορμάλ επίπεδα, αλλά μόλις πλησιάσουν οι γιορτές “φουσκώνουν” σαν κέικ μέχρι και 100%! Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κάμπινγκ στο οποίο μείναμε την πρώτη μέρα της “χάι σίζον”. Η νορμάλ τιμή ήταν 200 ραντ (14€) για μια σκηνή, με την εορταστική να είναι αυξημένη κατά 87,5%! Φυσικά ως Έλληνες και με τις τρομερές διαπραγματευτικές μας ικανότητες – σε στυλ Βαρουφάκη – καταφέραμε να βρούμε μια πιο βιώσιμη λύση, και να κουρέψουμε το απεχθές καπέλο.

 Στο Struisbaai, το χωριό ακριβώς πριν το Cape Agulhas, συνέβη κάτι απίστευτο. Ενώ σπάνια μένω σε χόστελ, αυτή τη φορά, σχεδόν ασυναίσθητα και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, βλέποντας μπροστά μου την πινακίδα “Cape Agulhas Backpackers”, φρέναρα, σταμάτησα και πήγα να ρωτήσω για τιμή. Το απίστευτο της υπόθεσης είναι πως σε αυτό ακριβώς το χόστελ, πριν από δύο χρόνια, έμειναν για μερικούς μήνες ο Νίκος και η Γεωργία (οι pinproject) όταν τους έκλεψαν πολλά απ’ τα υπάρχοντά τους, μεταξύ των οποίων και τα διαβατήριά τους. Απίστευτη σύμπτωση!

 Εδώ συναντήσαμε και τους πλέον αντικοινωνικούς μοτοσυκλετιστές που έχουμε ποτέ συναντήσει! Γενικότερα, στην επαρχία του Κέιπ Τάουν κανείς δεν σου μιλάει, ούτε καν σε χαιρετά στο δρόμο – όπως συμβαίνει οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη Γη μεταξύ μοτοσικλετιστών, αλλά και ειδικότερα στο Cape Agulhas, την ημέρα που το επισκεφτήκαμε για τις κλασσικές, αναμνηστικές φωτογραφίες, συναντηθήκαμε με μια μεγάλη παρέα “μηχανόβιων” (ρε, μπας και ήταν τίποτα συνταξιούχοι που είπαν να το παίξουν Γαρδέληδες στα γεροντάματα;;;) με Harley και BMW φυσικά, οι οποίοι όσες φορές κι αν προσπαθήσαμε να τους μιλήσουμε ή απλά να τους χαιρετίσουμε, αυτοί απλά κι επιδεικτικά μας γυρνούσαν την πλάτη! Να μας σνόμπαραν επειδή καβαλούσαμε ένα ταπεινό, σκουριασμένο βεσπάκι; Να μας σνόμπαραν λόγω της ελληνικής πινακίδας; Ή μήπως γιατί απλώς ήταν σνομπ; Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ…

 Από το νοτιότερο άκρο της Αφρικής το Κέιπ Τάουν είναι ένα τσιγάρο δρόμος. Εμάς μας πήρε λίγο παραπάνω γιατί δεν καπνίζουμε. Εδώ συνάντησα επιτέλους μετά από ενάμιση χρόνο ιντερνετικής γνωριμίας, τον Κρίστοφερ – έναν έτερο βεσποταξιδευτή – τον οποίο δεν έκατσε δυστυχώς να φιλοξενήσω στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη το 2013, όταν και ξεκίνησε εδώ απ’ το σπίτι του με ένα σκούτερ σχεδόν ίδιο με το δικό μου (LML 150) και μαζί με άλλους τρεις φίλους, μια τρελή περιπέτεια: ένα ταξίδι οχτώ μηνών και 32.000 χιλιομέτρων μέσω της Ανατολικής Αφρικής, για να φτάσει τελικά στο Δουβλίνο! Περισσότερες πληροφορίες για το ταξίδι του μπορείτε να βρείτε στη σελίδα του στο facebook και σε λίγο καιρό και στο βιβλίο που θα γράψει για την βεσπο-ιστορία του, που του κόστισε ούτε λίγο ούτε πολύ την…όρασή του, μετά από μια πολύ άσχημη περιπέτεια υγείας στην Τανζανία!

 Ο Κρις εδώ και μήνες ανυπομονούσε να με γνωρίσει (όπως κι εγώ φυσικά αυτόν) αφού όλο καθυστερούσα την άφιξή μου για διάφορους λόγους, κι έτσι με μεγάλη του χαρά μας παραχώρησε ένα δωμάτιο στο σπίτι του, στο οποίο και μας φιλοξένησε για τις εννιά μέρες που μείναμε. Αυτός, η κοπέλα του και οι γονείς του, ήταν οι καλύτεροι οικοδεσπότες που θα μπορούσαμε να έχουμε στο Κέιπ Τάουν. Ιδιαίτερα φιλόξενοι άνθρωποι, ακομπλεξάριστοι και πολύ ανοιχτόμυαλοι και “κουλ”, ειδικά σε συνάρτηση με τα νοτιοαφρικάνικα δεδομένα. Αυτές τις εννιά μέρες κάναμε όπως ήταν αναμενόμενο το παραδοσιακό νοτιοαφρικάνικο μπράι (βλ. μπάρμπεκιου), φάγαμε μπόλικο και πεντανόστιμο ντόπιο φαγητό (προτείνω ανεπιφύλακτα να δοκιμάσετε “ποέκι” (potjie – με οποιοδήποτε τύπο κρέατος), και προσπαθήσαμε να εξερευνήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία της πόλης, και όχι μόνον.

 Το “όχι μόνον” πηγαίνει στην αυθημερόν εξόρμηση μας στο ακρωτήρι της “Καλής Ελπίδας”, μια γύρα 120 περίπου χιλιομέτρων, περνώντας από το Chapman’s Peak με τα ωραία στροφιλίκια του πλάι στον ωκεανό, από το νοτιοδυτικοτεροχεσεψηλακιαγνάντευε σημείο της Αφρικής το οποίο είδαμε με τα κιάλια και φύγαμε (ε όχι, 9€ δεν τα δίνω για μια φωτογραφία, μου αρκεί η δωρεάν που έβγαλα στο νοτιότερο άκρο), από τη Simon’s Town όπου χαιρετήσαμε τους πιγκουίνους (καλά – καλά δεν τους χαιρετήσαμε αυτοπροσώπως γιατί είχαν πεταχτεί για κάτι δουλίτσες, αλλά είπαμε στους γείτονες να τους δώσουν πολλά φιλιά), και τέλος απ’ το Kalk Bay όπου ταΐσαμε φώκιες, αλλά και τα θορυβώδη στομάχια μας με το φημισμένο fish n’ chips στο Kalkys, στο πλέον πολυσύχναστο ταβερνάκι του λιμανιού, το οποίο ανήκει – που αλλού – σε Έλληνα!

 Κάτι άλλο που δεν γινόταν με τίποτα να χάσουμε, ήταν μια βόλτα στα οινοποιεία γύρω απ’ την πόλη. Όλη η περιοχή γύρω απ’ το Κέιπ Τάουν φημίζεται για τα πολύ καλά κρασιά της κι έτσι ήταν ευκαιρία για μια επιτόπια δοκιμή. Κάνοντας μια βόλτα 100-120 χιλιομέτρων και με παρέα απ’ τα παλιά, τον Στίβεν και τον couchsurfer που τον φιλοξενούσε, επισκεφτήκαμε τρεις φάρμες στις οποίες πληρώνοντας όχι περισσότερα από 30 ραντ (2€) ανά άτομο, είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε απεριόριστο τυρί και από έξι περίπου ποτηράκια κρασί σε κάθε φάρμα, όλα δικής τους παραγωγής. Γυρίσαμε, είδαμε, περπατήσαμε, μυρίσαμε, φάγαμε, οδηγήσαμε και καταλήξαμε σε αυτό που απ’ την αρχή σκεφτόμασταν για το Κέιπ Τάουν: πως είναι μια πανέμορφη πόλη, καθαρή, τακτοποιημένη, πράσινη, μια πόλη που βλέποντάς την σκέφτεσαι πως θα ήθελες να ζήσεις εδώ! Αλλά όχι εμείς… Γιατί ρε φιλαράκι τα είπαμε, μην τα ξαναλέμε: σαν τη Χαλκιδική δεν έχει! Ναι, ναι…όλα καλά, υπέροχη πόλη, καλή, χρυσή, αλλά δεν είναι αυτό που θέλαμε να δούμε. Είναι μια πόλη εκτός Αφρικανικού χωροχρόνου.

 Οι εννιά μέρες πέρασαν σαν αστραπή και είχε έρθει η ώρα της επιστροφής στο Γιοχάνεσμπουργκ. Δεν χωρούσε δυστυχώς αναβολή όσο κι αν θέλαμε να δούμε κι άλλα μέρη, πρώτον λόγω της πτήσης της Αλεξάνδρας και δεύτερον εξαιτίας της αφόρητης πίεσης που είχα με τη βίζα μου. Ξέχασα να σας αναφέρω το σημαντικότερο, την επίσημη απάντηση που πήρα απ’ τα χείλη της αρμόδιας υπαλλήλου στο γραφείο εσωτερικών υποθέσεων του Ντέρμπαν, όταν ζήτησα μια λύση στο πρόβλημά μου, μια επέκταση της βίζας μου, ή κάποιον – οποιονδήποτε – τρόπο να παραμείνω λίγο καιρό παραπάνω στη χώρα ώστε να μπορέσω να βρω πως θα στείλω το μηχανάκι μου στην Λατινική Αμερική. Η απάντηση ήταν πως “απλά δεν μπορεί να γίνει τίποτα, και πρέπει να γυρίσω πίσω στη χώρα μου, μέσα στις 90 μέρες που μου έχουν δώσει”! Καμία απολύτως λύση, κανένας τρόπος επέκτασης της βίζας (πράγμα που πολύ εύκολα κατάφερα σε πολλές “τριτοκοσμικές χώρες”), τι κι αν τους εξήγησα πως είχαν τα πράγματα, και τον τρόπο / μέσο με τον οποίο ταξίδευα. Επίσης δεν υπήρχε πλέον ούτε η δυνατότητα να περάσω σε κάποια γειτονική χώρα και να επιστρέψω παίρνοντας άλλες 90 μέρες. Όλα είχαν αλλάξει μόλις τρεις μήνες πριν (όπως μας είπαν) όταν βγήκε καινούργια νομοθεσία ώστε να φρενάρει την παράνομη μετανάστευση. Μπράβο ρε τσακάλια. Χτίστε τώρα κι έναν φράχτη απ’ την μια άκρη της χώρας ως την άλλη, σαν κι αυτόν που έκανε ο δικός μας ο Μαλακαντώνης (με Μ κεφαλαίο) στον Έβρο και μετά να δείτε ανάπτυξη. Το πρωτογενές πλεόνασμα θα’ ναι μεγαλύτερο κι απ’ το πλεόνασμα που έχουν οι μαύροι ανάμεσα στα σκέλια τους. Εύγε…μαλάκες! Απ’ αυτή την “ιστΕρία” επηρεάστηκε και η Καταρίνα, η Σλοβένα ποδηλάτισσα αν θυμάστε απ’ τις παλαιότερες ιστορίες μου, η οποία έφαγε πόρτα σε όλες τις νοτιοαφρικάνικες πρεσβείες γειτονικών χωρών στις οποίες πήγε ζητώντας ν’ αγοράσει – όχι να κλέψει – βίζα, μιας και οι Σλοβένοι πρέπει να πληρώσουν και ν’ αγοράσουν βίζα από πριν. Η απάντηση που πήρε σε όλες, ήταν η ίδια με αυτή που έπαιρνα κι εγώ, δηλαδή “Απλά go home μαντάμ! Δεν μας ενδιαφέρει από που έρχεσαι, τι κάνεις και που πας!”…

 Έτσι λοιπόν και αρκετά βεβιασμένα, η επίσκεψή μου στη Ν.Α. έφτασε στο τέλος της. Όπως έχω γράψει και στο ποστ “καλύτερο – χειρότερο”, η Ν.Α. κατατάσσεται δυστυχώς τελευταία στη λίστα με τις αγαπημένες μου αφρικανικές χώρες, και παρόλο που πολύ θα ήθελα να μείνω παραπάνω καιρό και να την εξερευνήσω λίγο καλύτερα, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία απ’ τις αρμόδιες αρχές. Τους λόγους που δεν μου άρεσε και τόσο, τους αναφέρω λίγο – πολύ και στο πρώτο βίντεο. Οι άνθρωποι εδώ, τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς που γνώρισα, δεν είναι ιδιαίτερα ανοιχτόμυαλοι, οι σχέσεις μαύρων – λευκών και περισσότερο απ’ τη μεριά των “δικών μας” άσπρων δεν είναι και οι καλύτερες, τα ρατσιστικά σχόλια και οι τρελές συγκρίσεις με την “χρυσή” – μη χέσω – εποχή του Απαρτχάιντ είναι καθημερινό φαινόμενο, και φυσικά όλα αυτά έρχονται στις περισσότερες περιπτώσεις και δένουν αρμονικά με την πολυαγαπημένη μου θρησκεία. Για να νιώσετε όμως λιγάκι πιο κοντά στη Ν.Α. και την αρρωστημένη κοινωνία της, θα πρέπει να προσθέσετε και το αλατοπίπερο, δηλαδή την τεράστια αίσθηση ανασφάλειας που επικρατεί σε όλη σχεδόν τη χώρα, από τις μεγάλες πόλεις όπου όλα τα σπίτια είναι οχυρωμένα με ηλεκτροφόρους φράχτες, 24ωρο security, κι ανθρώπους που δεν κάνουν βήμα χωρίς το panic button τους, και φυσικά δεν πάνε πουθενά πεζοί (ειδικά στο Γιοχάνεσμπουργκ δεν κυκλοφορεί πεζός!), μέχρι και την τελευταία φάρμα στην εξοχή, όπου οι γαιοκτήμονες περιμένουν με τις καραμπίνες την επόμενη επίθεση.

 Όπως και να’ χει το πράγμα, ίσως να τα βλέπω εγώ τόσο στραβά τα πράγματα και ο γιαλός να ‘ναι μια χαρά στη θέση του. Ίσως να’ μαι υπερβολικά επηρεασμένος απ’ την απόλυτη περιπέτεια, την απίστευτη εμπειρία που έζησα διασχίζοντας όλες αυτές τις φαινομενικά αφιλόξενες χώρες της δυτικής και κεντρικής Αφρικής, που όμως αποδείχτηκαν τόσο “καθαρές”, τόσο ανθρώπινες, τόσο αυθεντικές, και διάολε τόσο φιλόξενες, που για να τις φτάσουμε πρέπει να πάμε πολλάαα χρόνια πίσω και να θυμηθούμε όλα αυτά που έχουμε ξεχάσει κυνηγώντας τον δυτικό τρόπο ζωής που είναι τόσο κόντρα στην ανθρώπινη φύση, και ν’ ανακτήσουμε αξίες και ιδανικά που χάθηκαν μαζί με την μπάλα της επίπλαστης οικονομικής ανάπτυξης.

 Αυτές οι χώρες με χάραξαν τόσο βαθιά, με στιγμάτισαν τόσο που – θέλοντας και μη – ό,τι και να συναντήσω πλέον μπροστά μου, όπου και να ταξιδέψω, ό,τι και να δω, θα το συγκρίνω πάντα μ’ αυτές. Με ανθρώπους και περιοχές που ενώ στα δικά μας “ανεπτυγμένα” μυαλά και μάτια φαίνεται να μην έχουν απολύτως τίποτα, στην πραγματικότητα έχουν τα πάντα! Αυτή ήταν η Αφρική που ποτέ δεν θα ξεχάσω…

enjoy the ride 10
Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *