Λεσότο

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπαLeave a Comment

 Αφού καταφέραμε και βολευτήκαμε αρκετά καλά στο μικρό βεσπί, αφήνοντας φυσικά πολλά περιττά πράγματα πίσω, βγήκαμε στον πηγαιμό για το Λεσότο. Αποφύγαμε επιμελώς όλους τους μεγάλους αυτοκινητοδρόμους, κι αρκεστήκαμε στους λίγο στενότερους και με λιγότερη κίνηση επαρχιακούς, στους οποίους και νιώθαμε πιο κοντά στο φυσικό μας περιβάλλον, κινούμενοι με 60-70 km/h, τουλάχιστον στην αρχή και μέχρι να πάρουμε το κολάι. Απ’ τον R57 και κάνοντας μια διανυκτέρευση συνολικού κόστους 3€ στο δημοτικό και υπέροχο κάμπινγκ στο Heilbron, κι άλλη μια όχι και τόσο φθηνή (7€ το άτομο) στην συνοριακή πόλη Fouriesburg, φτάσαμε λάου-λάου στο Λεσότο. Όλα πήγαιναν ρολόι, και η συνεργασία μας με την Αλεξάνδρα πήγαινε περίφημα! Εγώ είχα αναλάβει την οδήγηση και αυτή ήταν η φωτογράφος αλλά και εκπρόσωπος τύπου, αφού σε κάθε βενζινάδικο, σε κάθε στάση για φαγητό, σε κάθε μας διανυκτέρευση, σχεδόν σε κάθε φανάρι, όλοι μας βομβάρδιζαν με ερωτήσεις που κάποιος έπρεπε να απαντήσει:

Από που έρχεστε ρε παιδιά;”

Που πηγαίνετε και είστε έτσι φορτωμένοι;”

Μα είναι δυνατόν; Πάνω στο βεσπάκι και οι δύο;”

Και δεν έχετε προβλήματα;”

Από πόσες χώρες έχετε περάσει;”

Πόσα χιλιόμετρα έχετε κάνει συνολικά;”

…και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε!

Η “Βούλτεψη” είχε ενθουσιαστεί με τον σημαντικό αυτό ρόλο που είχε αναλάβει και είχε εντυπωσιαστεί τα μάλα απ’ το ενδιαφέρον και την έκπληξη του κόσμου με το που μας αντίκριζε. Αυτό βέβαια δεν κράτησε πάνω από τρεις μέρες. Κάτι ήξερα και της έδωσα τον ρόλο της εκπροσώπου τύπου. Όσο ευχάριστο κι αν είναι να βλέπεις χαμόγελα στα πρόσωπα του κόσμου, όσο κι αν σε γεμίζει να μοιράζεσαι τις εμπειρίες σου με ανθρώπους που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα δεν είχες ξαναδεί, πάντα υπάρχουν μερικές μικρές λεπτομέρειες που δεν σ’ αφήνουν να το χαρείς όσο θα ήθελες. Είναι λίγο που βράζεις μέσα στην κορντούρα και τις μπότες, λίγο που νιώθεις σαν ψητό κοτόπουλο με αυτόν τον Αφρικάνικο ήλιο να σε χτυπά κατακούτελα, λίγο που μοιάζεις περισσότερο με ακορντεόν παρά με άνθρωπο μετά από τόσα αμέτρητα χιλιόμετρα στριμοκωλιασμένος στη σέλα της μηχανής, βάλε και το Πάρκινσον που είναι πλέον προ των πυλών με τόσους κραδασμούς απ’ τον υπερσύγχρονο κατά τα άλλα δίχρονο τούρμπο – τζετ κινητήρα της βέσπας, πρόσθεσε και την πείνα, αφού το στομάχι έχει γίνει σαν τις ταμπλέτες που πουλάει ο μπουμπούκος – επίπεδο τελείως – κι έχει κολλήσει στην πλάτη… Εεε, φτάνει!!! Ακόμα δεν σ’ έπεισα; Έχω τσιτώσει και μόνον που τα έγραψα!

Για την είσοδό μας στο Λεσότο δεν χρειάστηκε να κάνουμε σχεδόν τίποτα. Ούτε να βγάλουμε βίζα, ούτε ν’ αγοράσουμε ασφάλεια, ούτε τίποτα. Περνώντας τα σύνορα σφραγίζεις απλώς το διαβατήριό σου, και εάν έχεις δικό σου όχημα πληρώνεις επί τόπου 30 ραντ (2€ περίπου), τα οποία είναι κάτι σαν τέλη κυκλοφορίας ή διόδια. Αυτό που μας έκανε αμέσως εντύπωση μπαίνοντας στην μικρή αυτή χώρα, είναι πως από τα πρώτα κιόλας μέτρα, εξαφανίζονται οι φράχτες που τόσο πολύ μίσησα σε Ναμίμπια και Ν.Α.

Το Λεσότο είναι μια χώρα δίχως φράχτες!

Αμέσως νιώθεις πως βρίσκεσαι κάπου αλλού, πως πατάς και πάλι Αφρική. Δεν περάσαμε απ’ την πρωτεύουσα (Maseru), όπως ούτε κι από κάποια άλλη μεγάλη πόλη (η μεγαλύτερη έχει πληθυσμό 75.000), αλλά αυτές οι λίγες εικόνες που αντίκρισα μου ξύπνησαν αναμνήσεις από άλλες χώρες και είχαν άρωμα Αφρικής στο 100% (και ολίγον από Άλπεις). Είναι μια πολύ φτωχή χώρα, αλλά σε αντίθεση με τις άλλες επίσης φτωχές χώρες της ηπείρου, είναι πάρα πολύ νοικοκυρεμένη. Μεγάλες εκτάσεις γης για παράδειγμα, καλλιεργούνται και δεν έχουν αφεθεί στην τύχη τους, παρά το ότι όλη η δουλειά γίνεται με τα χέρια ή με ζώα και όχι με σύγχρονα μέσα. Αυτοκίνητα υπάρχουν ελάχιστα, και κύριο μέσο μεταφοράς είναι τα άλογα ή τα “πεζό 2”. Το Λεσότο είναι ένα κράτος εν κράτει, ένα μικρό και ορεινό κομμάτι γης περικυκλωμένο από την Νότια Αφρική. Δεν ήξερα τίποτα απολύτως γι’ αυτό (πως έγινε και παραλίγο να με ξεφύγει εμένα ένα τέτοιο διαμάντι ακόμα το ψάχνω), ούτε και είχα κανένα νταλκά να το επισκεφτώ μόνο και μόνο για να λέω πως πήγα σε μια ακόμη χώρα.

Καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο Τομ (με φιλοξένησε στη Ν.Α.), ο οποίος επέμενε πως με τίποτα δεν έπρεπε να το χάσω, και διηγούμενος τις ιστορίες του διασχίζοντας τα βουνά του και το περίφημο Sani Pass, με έπεισε να κάνω την θυσία (γιατί όπως και να’ χε το θέμα όλο και κάτι θα θυσίαζα: κανένα αμορτισέρ, ή στην καλύτερη άλλο ένα σετ δισκάκια συμπλέκτη). Τα γούστα άρχισαν πολύ γρήγορα, την πρώτη κιόλας μέρα, όταν βρεθήκαμε να παίζουμε με υψόμετρα δύο και τριών χιλιάδων μέτρων! Το τερέν ήταν ευτυχώς αψεγάδιαστο (φρεσκοψημένη άσφαλτος), όμως αυτό ποσώς την ενδιέφερε τη βεσπούλα, η οποία είχε που είχε τα χάλια της με τόσα που είχε τραβήξει η δόλια μαζί μου, τώρα είχε ν’ ανέβει και τον Γολγοθά της με δύο άτομα στην πλάτη της! Με τρίτη ταχύτητα καταφέραμε να φτάσουμε κάπου στα 1.500 μέτρα, ως τα 2.000 ανεβήκαμε με δευτέρα, κι από εκεί και σαπάν κούμπωσε η πρώτη στο κιβώτιο και άρχισαν οι προσευχές! Πρώτη φορά ένιωσα τον εαυτό μου τόσο κοντά στον θεό. Ίσως ήταν λόγω της δυσκολίας, ίσως λόγω του υψόμετρου, και είχαμε καλύτερο σήμα / επικοινωνία, όντας πιο κοντά του…Ειλικρινά δεν ξέρω! Δυστυχώς όπως αποδείχτηκε λίγα λεπτά αργότερα, η κάλυψη δεν ήταν καλή στο συγκεκριμένο βουνό, κι έτσι οι προσευχές μας δεν εισακούστηκαν, και κάπου στα 2.700 περίπου μέτρα, ο κινητήρας άφησε την τελευταία του πνοή, αφού η τουρμπίνα δεν είχε την απαραίτητη ποσότητα αέρα για να λειτουργήσει αποδοτικά. Παλέψαμε για λίγες εκατοντάδες μέτρα, η Αλεξάνδρα περπατώντας κι εγώ σπρώχνοντας (!) τη βέσπα, κάνοντας ταυτόχρονα οχταράκια στο δρόμο μήπως και βοηθήσω τον κινητήρα. Μάταιος κόπος. Είχαμε μείνει!

Η τύχη μας όμως επέστρεψε πολύ γρήγορα, όταν είδαμε να πλησιάζει προς το μέρος μας και προς την κατεύθυνση που πηγαίναμε, ένα 4Χ4! Χωρίς καν να το σκεφτούμε πεταχτήκαμε και οι δύο μέσα στο δρόμο και σχεδόν αναγκάσαμε το αυτοκίνητο να σταματήσει. Μέσα ήταν δύο Μπόερς (Boers) οι οποίοι μόλις μας είδαν έπαθαν την πλάκα τους, κι αμέσως προσφέρθηκαν να βοηθήσουν. Ξεβρακώσαμε τη βέσπα, φορτώσαμε όλη την προίκα μας στο πελώριο πορτ-μπαγκάζ, πήδηξε και η Αλεξάνδρα σε ένα απ’ τα πίσω καθίσματα και βάλαμε πλώρη για το επόμενο χωριό, περίπου 15 χιλιόμετρα μακριά. Ήταν τα γρηγορότερα 15 χιλιόμετρα που κάλυψα σε Αφρικανικό έδαφος. Το καημένο το βεσπάκι πρέπει να χάρηκε τόσο πολύ που ήταν επιτέλους δίχως φορτίο! Στα λίγα αυτά χιλιόμετρα, ένιωσα πως οδηγούσα 1000άρα μηχανή! Οι “Μπούρηδες” ήξεραν το ένα και μοναδικό κατάλυμα που υπήρχε στο χωριό, οπότε και μας πήγαν καρφί εκεί. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα επιλέγαμε, ήταν λίγο έξω απ’ τα νερά μας και τα κυβικά μας, αλλά ήταν και η πρώτη φορά που θα μέναμε σε…σαλέ (20€ ανά άτομο)! Ζεστάναμε λίγο το κοκαλάκι μας, στεγνώσαμε τα ρούχα μας, και ξανά προς τη δόξα τραβήξαμε. Είχαμε ήδη φτάσει στο τεράστιο Katse Dam (φράγμα), το δεύτερο μεγαλύτερο σε ύψος και πρώτο σε υψόμετρο (1.993 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας) σε ολόκληρη την Αφρική. Άλλο να σου το περιγράφω κι άλλο να το βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια. Μια τεράστια τεχνητή λίμνη περιτριγυρισμένη από τεράστια, καταπράσινα βουνά. Μαγεία!!!

Η τρίτη μέρα του ταξιδιού στο Λεσότο ήταν ίσως και η καλύτερη. Από το Ha Lejone (χωριό) και διασχίζοντας το φράγμα, φτάσαμε στην Thaba Tseka (κωμόπολη) και μπήκαμε στο ομορφότερο κομμάτι της διαδρομής. Εδώ η φύση δίνει πραγματικά ρεσιτάλ, και ο μεγάλος πρέπει να είχε τρελή έμπνευση κατά τη σχεδίαση! Μιλάμε για τέτοια ομορφιά που είναι αδύνατο να περιγραφεί με λίγες λέξεις. Ούτε γραπτά, ούτε και προφορικά. Όπως συνήθως λένε, “μια εικόνα, χίλιες λέξεις”…Θα έπρεπε να είστε σε μια γωνιά και να βλέπατε, ή μάλλον ν’ ακούγατε τις αντιδράσεις μας πάνω στο μηχανάκι. “Πωωωω!!!!”, Πσσσσσσσ!!!!”,  Άντε γεια!!!” και πολλά άλλα παρόμοια σχόλια, συνοδευόμενα από δύο ορθάνοιχτα στόματα, είναι το μόνο που θα βλέπατε. Η τρίτη μέρα έκλεισε και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κατασκηνώνοντας σε ένα απ’ τα ομορφότερα μέρη (αν όχι στο ομορφότερο) που έχω δει στη ζωή μου! Σε μια ερημική τοποθεσία, με την σκηνή μας μπροστά ακριβώς απ’ το ποταμάκι και ταυτόχρονα περικυκλωμένοι από αυτά τα μοναδικά, καταπράσινα βουνά! ΜΑ – ΓΕΙ – Α !!!

Την επόμενη το πρωί, αφού αναγκαστικά και κλασσικά ξυπνήσαμε νωρίς – νωρίς λόγω της ανυπόφορης ζέστης, είχαμε να κάνουμε και μια μικρή αγγαρεία. Το σημείο στο οποίο είχαμε στήσει τη σκηνή, ήταν εύκολα προσβάσιμο απ’ τον δρόμο, μιας και ήταν απλώς μια τεράστια κατηφόρα, αλλά τώρα απ’ τον δρόμο μας χώριζε μια τεράστια…ανηφόρα (ότι κατεβαίνει πρέπει ν’ ανέβει βλέπεις). Εμπρός λοιπόν καλά μου ποδαράκια δηλαδή, αφού θα έπρεπε να μεταφέρουμε τα πάντα όλα με τα χέρια (ακόμα και τη Vespa). Καθώς παίρναμε το πρωινό μας (ψωμί αλειμμένο με ελαιόλαδο, ντομάτα, πιπεριά κι αγγούρι) παρατηρήσαμε κάπου ψηλά κι ανάμεσα στα βράχια, ένα κεφάλι να μας παρακολουθεί. Όπως συνήθως, δεν άργησαν να μας ανακαλύψουν. Το κεφαλάκι αυτό όμως, όσο δεν το κοιτούσαμε, πλησίαζε (σαν τις γάτες ένα πράγμα), μέχρι που τελικά έφτασε αρκετά κοντά μας, καμιά 15αριά μέτρα, παραμένοντας όμως πολύ διακριτικό και ήσυχο, χωρίς να μας ενοχλήσει (σχεδόν) καθόλου. Το μόνο μας πρόβλημα ήταν πως η Αλεξάνδρα δεν ένιωθε ιδιαίτερα άνετα να κάνει την “ανάγκη” της μπροστά σε κοινό, πράγμα όμως που εγώ αντιθέτως απόλαυσα ιδιαίτερα, ειδικά με τέτοια θέα και σε τέτοιο περιβάλλον. Το κεφαλάκι ας μην ήταν εκεί, δεν του φταίω εγώ!

Αφού είχαν μαζευτεί όλα τα συμπράγκαλα, ήταν η ώρα της αγγαρείας. Με το που πήραμε τις πρώτες αποσκευές στα χέρια, ξαφνικά είδαμε το κεφαλάκι μπροστά μας. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα – έλα ντε; – ο οποίος με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να του το ζητήσουμε, ήρθε ο έρμος και πήρε από μια βαλίτσα στο κάθε χέρι για να μας βοηθήσει! Δεν μας ζήτησε ούτε χρήματα, ούτε τίποτα, παρά μόνο μας χάρισε επιπλέον κι ένα τεράστιο χαμόγελο! Εκείνη τη στιγμή το μόνο που είχαμε μαζί μας, ήταν μια συσκευασία με μπισκότα. Χωρίς δεύτερη σκέψη του τα προσφέραμε ως ελάχιστο ευχαριστώ και τον χαιρετήσαμε. Ο άνθρωπος αντί να τα βάλει στην τσέπη και να την “κάνει”, φώναξε δυο βοσκού που ήταν λίγο πιο πέρα, πάνω στον δρόμο, και τα μοιράστηκε μαζί τους! Τελικά ποιος είναι ο πολιτισμένος και ποιος ο μη; Ποιος είναι ο ανεπτυγμένος κόσμος και ποιος ο υπανάπτυκτος; Ερωτήματα που θα με προβληματίζουν για πολύ καιρό…

Τις τρεις πρώτες μέρες με κάποιο μαγικό τρόπο, όλο τη σκαπουλάραμε, την τέταρτη όμως έπρεπε να έρθουμε αντιμέτωποι με το πραγματικό Λεσότο. Με τους δύσκολους χωματόδρομους, τις τεράστιες φυτευτές (και όχι μόνο) πέτρες, με τις απότομες ανηφόρες, αλλά κυρίως με αυτό το μεγάλο υψόμετρο, που σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα, έκανε τη βεσπάρα από θηρίο ανήμερο, να φαντάζει με γατάκι ανήμπορο! Το υψόμετρο μπορεί να μην σας ακούγεται και τόσο μεγάλο (στο GPS είδαμε μέχρι και 3.300μ.), αλλά ο συνδυασμός όλων των παραπάνω στοιχείων, και το γεγονός πως η Vespa δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη – δεν είχε τις σωστές ρυθμίσεις στο καρμπιρατέρ, ήταν υπερβολικά φορτωμένη κτλ – ήταν που μας δημιουργούσε τα προβλήματα. Και φυσικά ξέρετε ποιος την πλήρωσε τη νύφη, έτσι; Σωστά μαντέψατε και πάλι. Η νύφη! Η Αλεξάνδρα, που η δόλια έπρεπε σε κάθε μεγάλη ανηφόρα να κατέβει και να περπατήσει ως την κορυφή, και όχι μόνον αυτό, αλλά και να με σπρώξει (τη βέσπα), γιατί αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκινήσω! Βέβαια όλα αυτά τα γνώριζε, τα είχαμε μιλήσει και τα είχαμε συμφωνήσει. Στην τελική, ας μην υπέγραφε! Και οι δύο (η Αλεξάνδρα και η Vespa) πρέπει εκείνη τη μέρα να έφτασαν στα όριά τους! Για εμένα ήταν μια ακόμα βαρετή μέρα, οφείλω να ομολογήσω…

Πέρα απ’ την πλάκα, κάποια σημεία ήταν πολύ σκληρά για το μηχανάκι, αφού το καημένο χτυπούσε στις κοτρόνες (έβρισκε το σασί, ο κινητήρας και η εξάτμιση) πιο συχνά κι απ’ τις εμφανίσεις του Αδώνιδος στην τιβί. Σε κάποιο σημείο, κι αφού η Αλεξάνδρα είχε καλύψει τουλάχιστον δέκα χιλιόμετρα με τα πόδια, φτάσαμε σε μια ανηφόρα τόσο απότομη και τόσο κακοτράχαλη, που το βεσπί μουλάρωσε και δεν πήγαινε πουθενά. Εδώ έγινε άλλο ένα τεράστιο θαύμα. Εμφανίστηκε απ’ το πουθενά ο Άγιος Γιαμάχιος ο Ντιτής (μεταμφιεσμένος σε ντόπιο καβάλα σε ένα Yamaha DT) και μ’ ενα μαγικό τρόπο μετέφερε την Αλεξάνδρα και όλα μας τα προικιά στην κορυφή του βουνού στα 3.300 μέτρα! Μεγάλη η χάρη του! Αφού του χτίσαμε ένα εικονοστάσι εκεί πάνω – στην άκρη του δρόμου – και πήραμε και την ευχή του, αρχίσαμε να κατρακυλάμε τρισευτυχισμένοι στις κατηφόρες. Όπως μας είχε πει ο Άγιος, είχαμε πιάσει πάτο (στην προκειμένη περίπτωση κορυφή), είχαμε περάσει τα δύσκολα. Ήμασταν ένα βήμα πριν την ανάπτυξη! Μαλακίες μας είπε. Μάλλον ο Άγιος Αντώνιος ο Μνημονιοκτόνος ήταν, κι όχι ο Γιαμάχιος, αφού τις ίδιες χαζομάρες με το δικό μας τον Αντώνη μας είπε, πως δήθεν είχαμε ξεπεράσει τα δύσκολα, κουλουπού – κουλουπού. Τα πιο δύσκολα δεν τα είχαμε περάσει. Τα πιο δύσκολα ήταν μπροστά μας!

Μας τα χάλασε και ο καιρός βέβαια μιας κι άρχισε να βρέχει, πράγμα που σε συνδυασμό με τα έργα που πραγματοποιούσαν οι Κινέζοι εργάτες στον δρόμο (οι επόμενοι θα συναντήσετε μόνον άσφαλτο τυχερούληδες), έκανε τη ζωή μας σκέτο εφιάλτη. Ο δρόμος ήταν πολύ πιο ομαλός, δίχως πέτρες, αλλά με το νερό είχε μετατραπεί σε έναν βούρκο από λάσπη, όχι τόσο βαθιά, αλλά αρκετή για να μας χαρίσει μια θεαματική βουτιά (πτώση), ευτυχώς με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Για εμένα ήταν μια ακόμα χαζή πτώση, ήταν όμως η πρώτη της Αλεξάνδρας, η οποία προσγειώθηκε και λίγο πιο άτσαλα, και χτύπησε όπως φάνηκε το πόδι της. Ήταν φυσικά και το σοκ της πρώτης φοράς, ήταν και το κρύο, το αγριευτικό σκηνικό, ο αέρας και η βροχή και το κορίτσι ήταν έτοιμο να καταρρεύσει. Παρά το ότι δεν ήμασταν και στο ιδανικότερο μέρος, αποφασίσαμε να μην πάρουμε το ρίσκο να συνεχίσουμε, αναζητώντας ένα καλύτερο σημείο για να διανυκτερεύσουμε, αλλά να αφήσουμε τη Vespa μέσα στο δρόμο και να στήσουμε τη σκηνή ακριβώς δίπλα. Για μένα ήταν απ’ την αρχή μια φοβερή εμπειρία, και μια μοναδική νύχτα με πολλή βροχή κι αέρα (και συνεπώς τέλειο ύπνο, αφού η σκηνή δεν έμπασε και πολύ νερό), όχι όμως και τόσο ευχάριστη για την Αλεξάνδρα, η οποία σχεδόν δεν έκλεισε μάτι απ’ το κρύο και τον πόνο στο πόδι. Σήμερα βέβαια μιλώντας μαζί της για εκείνο το βράδυ, στο πρόσωπό της σχηματίζεται ένα τεράστιο χαμόγελο που μαρτυρά πως μάλλον και γι’ αυτή ήταν μια πολύ ιδιαίτερη νύχτα!

Κάπως έτσι ήταν λοιπόν το ταξίδι μας στο Λεσότο, με την πέμπτη και τελευταία μέρα να είναι πολύ ευκολότερη απ’ όσα προηγουμένως είχαμε αντιμετωπίσει, είχε φυσικά και τον ποδαρόδρομο της, και το σπρώξιμο της, και τον χωματόδρομο της, είχε και την κατάβαση του περίφημου Sani Pass, αλλά αυτά θα τα μάθετε στο επόμενο, δεύτερο και τελευταίο μέρος της Νοτίου Αφρικής…

enjoy the ride 01
Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *