Καμερούν

worldvespaΟ γύρος του κόσμου με βέσπα1 Comment

Από που να ξεκινήσω για το Καμερούν;

Από το πρόβλημα στο βεσπάκι; Από τις ξέγνοιαστες μέρες στο μοναστήρι στη Yaounde; Από τον πανέμορφο βορρά με τους ολοκαίνουργιους δρόμους (ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται) ή από το νότο, εκεί λίγο πριν πιάσω Κονγκό, με την εξωτική ομορφιά και τους τόσο υπέροχους ανθρώπους: Ας τα πάρω όμως καλύτερα από την αρχή. Πατώντας σε Καμερουνέζικο έδαφος νιώσαμε μεγάλη ανακούφιση!

Πρώτα απ’ όλα είχαμε ξεμπερδέψει από όλα αυτά τα μπλόκα της αστυνομίας που μας είχαν κάνει δύσκολη τη ζωή, και δεύτερον ευτυχώς τίποτα από όλα αυτά που ακούγαμε για τη Νιγηρία δεν μας έτυχε! Με τον Στίβεν οδηγήσαμε παρέα ως την πόλη Bamenda.

Το Καμερούν είναι μια πανέμορφη χώρα, μάλιστα οι ίδιοι οι Καμερουνέζοι “πλασάρουν” την χώρα τους ως “Αφρική σε μινιατούρα” μιας κι όπως λένε, ο επισκέπτης θα συναντήσει τα πάντα εδώ! Εγώ δυστυχώς δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω αυτό μιας και το μόνο που έκανα ήταν να το διασχίσω από βορρά προς νότο, αλλά τα όσα είδαν τα μάτια μου, άξιζαν και με το παραπάνω! Αφού κάναμε ένα διήμερο pause για να στεγνώσει λίγο το κοκαλάκι μας απ’ την τόση βροχή (κάθε απόγευμα έριχνε καρέκλες), φάγαμε τα ψητές καλαμπόκια μας και λίγο ψαράκι για Ω3, χαιρετηθήκαμε και δώσαμε ραντεβού στη Yaounde.

Τον Στίβεν θα τον επισκεφτούν οι γονείς του την ερχόμενη βδομάδα και θέλει να σχεδιάσει μια όμορφη διαδρομή (θα τους νοικιάσει μοτοσυκλέτα) στα παράλια της χώρας, αλλά και στο βορρά γύρο από τη λίμνη Bamendjing, και θα τρέχει από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο ρωτώντας για τιμές και γενικά κάνοντας μια “έρευνα αγοράς” στην περιοχή, οπότε και είπαμε να χωριστούμε για λίγες μέρες, να είμαστε πιο άνετοι. Μιας και ολομόναχος, δεν είχα διάθεση για περιπέτειες, κι έτσι πήρα κατευθείαν τον δρόμο προς την πρωτεύουσα.

Παράξενα πράγματα που συμβαίνουν με τη βέσπα μου…Και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνουν αυτά τα παράξενα. Και αναφέρομαι στις βλάβες που μέχρι τώρα είχα, κατά τη διάρκεια της συμβίωσης μαζί της. Από τον Μάη του 2006 οπότε και την αγόρασα, μεταχειρισμένη παρακαλώ, δεν με έχει εγκαταλείψει ΠΟΤΕ σε ταξίδι. Οι μόνες “ζημιές” ήταν 2 κομμένες ντίζες και ένας κατεστραμμένος συμπλέκτης (δεν έφταιγε το βεσπάκι, οι κακές παρέες με φάγανε). Και που είναι το παράξενο; Ότι έστω κι αυτές οι ελάχιστες ζημιές, συνέβησαν και οι τρεις σε ακτίνα μικρότερη του ενός (1) χιλιομέτρου από το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη! Δηλαδή και πάλι δεν μπορείς να πεις πως με εγκατέλειψε ρε παιδί μου! Σαν πιστή σύζυγος (ίσως λίγο κακό το παράδειγμα…) με ακολουθούσε πάντα και παντού. Και γιατί κάνω όλον αυτό τον πρόλογο; Γιατί για άλλη μια φορά συμπεριφέρθηκε σαν πιστή σύζυγος! Ίσως και κάτι παραπάνω! Ξεκίνησα από την Bamenda πρωί – πρωί με το δροσό, και με ρυθμό ανυπόμονο θα έλεγα, όχι κάτω από 90 χ.α.ω., έτσι ώστε να καλύψω την απόσταση των σχεδόν 400 χιλιομέτρων προτού πέσει η νύχτα. Παρά τα ασυνήθιστα για Καμερούν μπλόκα της αστυνομίας (τέσσερα ή πέντε), και παρά τη δυνατή βροχή, ο στόχος επετεύχθη. Αλλά ήταν λίγο περίεργο το δούλεμα της βέσπας, καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας. Σαν να μην “ανέπνεε” καλά, σαν κάτι να ζόριζε την κατά τα άλλα τέλεια λειτουργία του κινητήρα της. Αρχικά νόμιζα πως επειδή ήμουν σε ένα κάποιο υψόμετρα, σχετικά μεγάλο συγκριτικά με τις flat εκτάσεις που μέχρι τώρα διανύαμε, ο κινητήρας ίσως να υπέφερε από έλλειψη οξυγόνου. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ίσχυε.

Μπαίνοντας στην πόλη άρχισα να ψάχνω για το μοναστήρι Benedictin, στο βουνό Mont Febe. Είχα τις συντεταγμένες στο κινητό, αλλά όπως διαπίστωσα ήταν λίγο λάθος, καθώς με οδήγησαν στο ξενοδοχείο Mont Febe (5*)και όχι στο μοναστήρι. Όχι πως θα με χαλούσε να μείνω εδώ, αλλά τα αστέρια του ήταν πολλά καρντιά μου, κι όσο να πεις θα μου κόστιζαν κάτι παραπάνω. Τελικά δεν είχα πέσει και πάρα πολύ έξω. Ο σεκιουριτάς στην είσοδο, μου είπε πως βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας, λίγα μόλις δευτερόλεπτα με τη βέσπα. Με μεγάλη ανακούφιση και χαρά που είχα βρει το μοναστήρι, άρχισα να βαράω τις μανιβελιές την μια μετά την άλλη, ανυπόμονος όπως ήμουν για να φτάσω. Εκεί ήταν που άρχισαν τα προβλήματα. Ο κινητήρας δεν έλεγε να πάρει μπρος ούτε με μανιβέλα, ούτε όμως και με μίζα. Η λύση της κατηφόρας ήταν η μοναδική. Αλλά ούτε κι αυτό είχε επιτυχία, αφού μόλις έκανα να κλείσω λίγο το γκάζι, ο κινητήρας έσβηνε αμέσως! Μούσκεμα από το σπρώξιμο όπως ήμουν, και με ψυχολογία που με εγκατέλειπε σιγά – σιγά, είπα να κάνω ένα διάλειμμα. Παράτησα όλα τα πράγματα όπως ήταν και μπήκα στο ξενοδοχείο. Έτσι για πλάκα ρώτησα την τιμή για μια βραδιά. Ήταν μόλις 150€, αλλά κοίταζε βουνό κι όχι πόλη. Αυτό ξεκινούσε από τα 200€. “Όχι κι άσχημα”, αποκρίθηκα στον ρεσεψιονίστ, ζητώντας του να μου δώσει λίγα λεπτά να σκεφτώ τι θα κάνω, όσο θα πίνω το καφεδάκι μου στο μπαλκόνι. Ήταν ότι ακριβώς χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή. Να χαλαρώσω, να δώσω λίγο χρόνο στο μυαλό και το σώμα να ηρεμήσουν, να μιλήσω με τους δικούς μου (είχε ίντερνετ) και να δω τι θα κάνω. Πέρα απ’ την πλάκα, θυμάμαι σε κάποια φάση πέρασε στα σοβαρά απ’ το μυαλό μου να μείνω εδώ. Ευτυχώς ο καφές και το κομπιουτεράκι με έκαναν να συνειδητοποιήσω πως μια διανυκτέρευση εδώ, ισούται με 50 οπουδήποτε αλλού! Για να μην τα πολυλογώ, μέχρι τις έντεκα το βράδυ πάλευα με τον κινητήρα, αλλάζοντας και τσεκάροντας ότι πίστευα πως μπορεί να προκαλεί τη βλάβη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μόνη λύση το ταξί. Φόρτωσα όλα μου τα πράγματα σε ένα ταξί, κλείδωσα τη βέσπα στο πάρκινγκ και ανέβηκα στο μοναστήρι. Αύριο έχω όλο τον χρόνο να κατέβω και να την πάρω.

Το μοναστήρι ήταν – κλασσικά – αποτέλεσμα της έρευνας του Στίβεν στο ίντερνετ. Παρόλα αυτά δεν ήταν ότι ακριβώς περίμενα από ένα μοναστήρι. Ειδικότερα η συμπεριφορά των ανθρώπων που διαχειρίζονταν τον ξενώνα, ήταν χειρότερη και από καρα-καπιταλιστές ξενοδόχους! Αρχικά ρώτησα για την τιμή των δωματίων. Ήταν στα 11.000 CFA (16,5€ – δίκλινο / βράδυ), τιμή λογικότατη. Για τα δικά μας όμως σταθμά, και συνυπολογίζοντας πως θα μέναμε εδώ για αρκετές ημέρες, ήταν μια μικρή περιουσία. Τους ρώτησα αν μπορούσα να στήσω τη σκηνή μου κάπου, ίσως στην πίσω αυλή. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, παρά μόνον πως θα μου κόστιζε ούτε λίγο ούτε πολύ…10.000 CFA! Έντεκα για δίκλινο δωμάτιο, δέκα για σκηνή!

Μα κύριέ μου, έχουμε ρεύμα, νερό και πόσα άλλα να πληρώσουμε!” ήταν η δικαιολογία τους…

Τα παζάρια πήγαιναν κι έρχονταν επί αρκετή ώρα, και τελικά κατάφερα να ρίξω την τιμή στις 4.000 CFA ανά βραδιά. Το πιο ακριβοπληρωμένο κάμπινγκ ever, αλλά τουλάχιστον θα είμαστε πολύ κοντά στον Κύριο :P …

Οι μέρες στη Yaounde πέρασαν πάρα πολύ γρήγορα και όμορφα, ξεκούραστα, με πολλές βόλτες στην πόλη καβάλα στη μοτοσυκλέτα του Γερμανού (αφού το βεσπάκι ξεκουραζόταν ώσπου να έρθει το απαραίτητο ανταλλακτικό), και αμέτρητες ταινίες στον υπολογιστή μου (του Στίβεν τον είχαν κλέψει στη Μαυριτανία, όπως και τα περισσότερα πράγματά του).

Η έλευση της μητέρας του Στίβεν μας έκανε να νιώσουμε ξανά μικρά παιδιά που τους φέρνει δώρα ο Άι Βασίλης! Εκτός από την πελώρια βαλίτσα γεμάτη με ανταλλακτικά (αμορτισέρ, αλυσίδες, τακάκια, σπρέι καθαρισμού, ρουλεμάν, εργαλεία κ.α.), φορτιστές, ρούχα και πολλά πράγματα για τον Στίβεν, είχε φέρει μαζί της και μια τσάντα γεμάτη με διάφορες λιχουδιές! Ένα κιλό ζαχαρωτά στον καθένα, αμέτρητες σοκολάτες, σαλάμια, τυριά και μάλιστα ακόμα και ελληνική φέτα ειδικά για εμένα! Υπήρχε κι ένα πακέτο με το όνομα του Liam γραμμένο απ’ έξω, αλλά αυτό μάλλον θα αργήσει να παραδοθεί… Σειρά είχε ένα φρεσκάρισμα στα εργαλεία μας. Η βλάβη στο βεσπάκι οφειλόταν τελικά σε ένα μικρό μαραφέτι, το πικάπ, το οποίο ήταν αρμόδιο για το ρεύμα. Το άλλαξα και ο κινητήρας ήταν και πάλι σαν καινούργιος!

Την επόμενη μέρα ο Στίβεν πήγε οικογενειακώς στο κέντρο της πόλης όπου και αγόρασε ένα καινούργιο κινέζικο μηχανάκι για τους δικούς του, για τις βόλτες τους εντός του Καμερούν. Όταν με το καλό θα επέστρεφαν, θα το πουλούσαν πίσω στο κατάστημα με σχετικά μικρές απώλειες. Κάπου εδώ χώρισαν ξανά οι δρόμοι μας. Αυτοί κατευθύνθηκαν προς βορρά, κι εγώ αφού απόλαυσα μια μοναχική μεγάλη εβδομάδα, Κυριακή του Πάσχα άρχισα την κάθοδο προς Κονγκό.

 

Είχα κάνει την καλύτερη επιλογή, αφού η κίνηση ακόμα και στο κέντρο της πόλης ήταν ελάχιστη, ο καιρός ιδανικός, και ο δρόμος (διαδρομή) απλά κορυφαίος! Λίγα χιλιόμετρα πριν την πόλη Sangmelima, έπειτα από μόλις 170 χιλιόμετρα, αλλά με 100αδες όμορφα κλικ στη φωτογραφική, σταμάτησα στον πρώτο ξενώνα που βρήκα και χωρίς πολλές ερωτήσεις, έπεσα ξερός για ύπνο.

 

Από εδώ ως τα σύνορα δεν έχω κάτι το συνταρακτικό να διηγηθώ, παρά μόνον το συμπέρασμά μου για τους ανθρώπους της επαρχίας (για το Καμερούν νομίζω δεν ισχύει αυτός ο περιορισμός), που για άλλη μια φορά μου απέδειξαν πόσο πολύ φιλόξενοι παραμένουν, πόσο αθώοι, ειλικρινείς και απλοί! Ειδικά τους Καμερουνέζους θα τους χαρακτήριζα ως “ήρεμη δύναμη”! Έχουν αυτήν την λεπτή ισορροπία. Δεν είναι ούτε κολλητσίδες, ούτε μουντρούχοι, αλλά είναι αυτό ακριβώς που θα περίμενες να είναι. Απλοί και φιλικοί. Αν δε, κάνεις και το λάθος να τους χαμογελάσεις, πόσο μάλλον να τους χαιρετήσεις, την έβαψες. Θα σου κλέψουν την καρδιά με το 100% αληθινό χαμόγελό τους, και την πρόθεσή τους να σε βοηθήσουν χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα! Τσιφτάκια!!!

 

Φυσικά σε όλους τους κανόνες υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Έτσι μόλις λίγα χιλιόμετρα πριν αφήσω πίσω μου το Καμερούν, είχα μια μοναδική εμπειρία, που αλλού, σε μπλόκο της αστυνομίας. Το κατά τα άλλα φιλικότατο “όργανο της τάξης” αφού με έκανε να ξετρυπώσω ότι χαρτί είχα για μένα ή τη βέσπα (τα χαρτιά ήταν τόσα πολλά, που έντυσαν το γραφείο σαν σεμεδάκι), και στη συνέχεια άρχισε να μου ζητάει ότι χαρτί του ερχόταν στο μυαλό (μόνον Ε9 δεν μου ζήτησε, ειλικρινά), κατέληξε στο συμπέρασμα, αφού είδε πως δεν μπορούσε να με τυλίξει στα χαρτιά του, πως είμαι λέει…υπερφορτωμένος! Έλιωσα στα γέλια! Όχι πως δεν είμαι, αλλά συγκριτικά με τα μηχανάκια των ντόπιων που είναι σαν κινητές αποθήκες ή και λεωφορεία σε αρκετές περιπτώσεις, το βεσπάκι ήταν παράδειγμα προς μίμηση. Ήταν καρα-προφανές πως ήθελε απλά το κατιτίς του για να με αφήσει να περάσω. Μέσα στην ατυχία μου, στάθηκα λίγο τυχερός, μιας και τη στιγμή που μου έλεγε περί υπερφορτώματος και λοιπών π@π@ριών, πέρασαν 2 μηχανάκια, το ένα με 4 επιβαίνοντες συν ένα ολόκληρο κοτέτσι(!) στην πίσω σχάρα, κι ένα άλλο με ένα κοτέτσι, αλλά κι ένα κοπάδι πρόβατα δεμένο δεξιά, αριστερά και στο ρεζερβουάρ!

«Και όλοι αυτοί αγαπητέ τροχονόμε μου, τι είναι;» του είπα γελώντας.

«Άστους αυτούς. Τους ξέρω όλους. Τους έχω όλους τους γραμμένους σε αυτό εδώ το τεφτέρι! Ξέρεις τι χρωστάνε όλοι αυτοί; Εδώ θα γράψω κι εσένα.»

«Κανένα πρόβλημα! Ούτως ή άλλος έχω μιλήσει με την Καμερουνέζικη πρεσβεία, αλλά και με την Ελληνική και ξέρω πως είμαι νόμιμος…»

«Κανένα πρόβλημα και για εμένα! Απλά να ξέρεις πως μπορούμε να τα βρούμε και χωρίς να σου κόψω την κλήση.»

«Μπα, δεν έχω πρόβλημα να σας πληρώσω. Εμπρός κόψτε μου την κλήση για να φύγω. Έχει αρχίσει να νυχτώνει και βιάζομαι λιγάκι.»

Κάπου εκεί τα παράτησε και ήμουν ελεύθερος να συνεχίσω. Ρεσιτάλ ερμηνείας ο τύπος!

Ευτυχώς το κεφάλαιο Καμερούν έκλεισε με τελείως διαφορετικό και ιδανικό θα έλεγα τρόπο. Την τελευταία μου βραδιά την πέρασα με μια οικογένεια, φιλοξενούμενος στην αυλή τους. Ενώ ετοιμαζόμουν να στήσω τη σκηνή μου σε μια “καλή” καβάτζα που είχα βρει στην άκρη του δρόμου, πιστεύοντας όπως πάντα πως κανένας δεν πρόκειται να με ανακαλύψει και να μ’ ενοχλήσει. Δεν πέρασαν ούτε 5 λεπτά, και πάνω από 10 άτομα με είχαν περικυκλώσει, ευτυχώς με τις καλύτερες των προθέσεων. Ένας από αυτούς, και ο γηραιότερος, ήταν ο Γκασόν, ο οποίος και αμέσως με προσκάλεσε να μείνω στο σπίτι της οικογένειάς του! Μια τέτοια ευκαιρία δεν θα μπορούσα να την χάσω, αν και μέχρι τώρα ήταν κάτι που απέφευγα τελείως, θεωρώντας πως έπειτα από μια μεγάλη και κουραστική μέρα, το να μείνω μαζί με τους ντόπιους θα με εξαντλούσε περισσότερο και δεν θα μου άφηνε κανένα περιθώριο να ξεκουραστώ και να μείνω έστω και για λίγο μόνος. Πόσο λάθος ήμουν!

Οι άνθρωποι όχι μόνο με άφησαν να ξεκουραστώ, αλλά και με περιποιήθηκαν σαν δικό τους παιδί! Έστησα την σκηνή μου στην αυλή τους, πλύθηκα με το νερό που μου έδωσαν (τρεχούμενο νερό και ρεύμα – τηλέφωνο δεν υπάρχουν) στο υπαίθριο μπάνιο στο πίσω μέρος του σπιτιού, και αφού τους γνώρισα όλους και συζήτησα για λίγη ώρα μαζί τους (Γαλλικά δεν μιλάω, Αγγλικά δεν μιλάνε, αναγκαστικά σε γλώσσα του σώματος) την έπεσα γεμάτος χαρά για ύπνο. 

 enjoy the ride 04
Next PostPrevious Post

Το βιβλίο μας

About the Author

worldvespa

Facebook

Είμαστε ο Στέργιος και η Αλεξάνδρα και γυρίζουμε τον κόσμο με τη βέσπα μας. Επί 2,5 χρόνια ταξιδεύαμε στην Αφρική & τη Νότια Αμερική και συνεχίζουμε. Διαβάστε το βιβλίο μας: "Ρύζι και Χώμα: Ένα ταξίδι με βέσπα στην Αφρική"

One Comment on “Καμερούν”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I'm human *